Tα παιδιά δεν είναι προέκταση του εαυτού μας, ούτε μας ανήκουν
Θυμάμαι έντονα μία από τις συζητήσεις που είχα με την κόρη μου, όταν ήταν στα αρχικά στάδια της εφηβείας της, τότε που της συστηνόταν ο κόσμος των ΜΚΔ. Γιατί να είμαι τόσο φειδωλή -αυτό ήταν το νόημα- με τις φωτογραφίες που ανέβαζα στα δικά μου ΜΚΔ; Γιατί, ενώ άλλες μαμάδες ανέβαζαν με τόση περηφάνια φωτογραφίες των δικών τους παιδιών, εγώ -και άλλες βεβαίως- δεν είχα ανεβάσει καμία. Έκτοτε πέρασαν κάποια χρόνια, η δική μου η κόρη ενηλικιώθηκε και μπορώ πλέον από απόσταση να αντικρύζω το ζήτημα.
Το ζήτημα της υπερβολικής έκθεσης των ανήλικων παιδιών μας στο διαδίκτυο, από εμάς τους γονείς έχει αποκτήσει διαστάσεις. Τόσες, που από την περασμένη δεκαετία αποδόθηκε στο φαινόμενο, ειδικός όρος, το sharenting. Αγγλικός όρος μεν, καθιερώθηκε δε ως τέτοιος σε αρκετές άλλες γλώσσες. Οι διαστάσεις είναι τέτοιες, που έχει απασχολήσει διεθνείς Οργανισμούς όπως την UNICEF, και πολλές οργανώσεις και φορείς που ασχολούνται με τα δικαιώματα των παιδιών. Έχει δε γίνει το αντικείμενο επιστημονικών ερευνών.
Το sharenting έχει την έννοια της κοινοποίησης πληροφοριών και εικόνων των ανήλικων παιδιών από τους γονείς τους. Το να μοιράζεται κανείς συχνά, πληροφορίες για την ζωή του ανήλικου παιδιού του, όπως επίσης φωτογραφίες ή βίντεο. Το ζήτημα προφανώς δεν είναι ούτε απλό, ούτε μονοδιάστατο. Το sharenting έχει προεκτάσεις νομικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές.
Το ερώτημα νομίζω που είναι καλό να απαντηθεί είναι ποια είναι η ανάγκη που εξυπηρετούμε και εάν αυτή η ανάγκη εξυπηρετεί το ίδιο το παιδί και το συμφέρον του. Υπάρχουν περιπτώσεις που η κοινοποίηση πληροφοριών γίνεται ακριβώς για να βοηθηθεί το παιδί. Φέρνω στον νου μου για παράδειγμα γονείς παιδιών που για διάφορους λόγους χρειάζονται βοήθεια και στήριξη και τα ΜΚΔ λειτουργούν ευεργετικά. Προφανώς και δεν μιλάμε για αυτές τις περιπτώσεις. Μιλάμε για τις περιπτώσεις που οι ειδικοί προειδοποιούν για τον αρνητικό αντίκτυπο ή ακόμη και για τους κινδύνους στα παιδιά. Για την υπερβολική έκθεση, για την ακούσια εργαλειοποίηση.
Το πρώτο σημείο που νομίζω αποτελεί κοινό έδαφος, είναι ότι η αντίληψη για τη γονεϊκότητα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Όπως λέμε συχνά, τα παιδιά δεν συνοδεύονται από εγχειρίδιο, και ο κάθε πατέρας και η κάθε μητέρα μεγαλώνουν και φροντίζουν το παιδί τους όπως ξέρουν και μπορούν, όπως τους επιβάλλει η συνείδηση και οι αρχές τους και όπως οι ίδιοι πιστεύουν ότι είναι καλό για το παιδί τους. Μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν, όπως δεν υπάρχουν βεβαίως αλάνθαστοι γονείς.
Μια σοβαρή παράμετρος του ζητήματος είναι αυτή της ιδιωτικότητας. Κάθε ενήλικας έχει δικαίωμα στην ιδιωτικότητά του. Δηλαδή, έχει δικαίωμα να αποφασίσει ποιες πληροφορίες, εικόνες, βίντεο που τον αφορούν θέλει να μοιραστεί με τον έξω κόσμο. Αυτό το δικαίωμα σαφώς περιλαμβάνει κατά την άποψη μου και τον παιδικό μας εαυτό. Πως όμως είναι δικαίωμά μου σήμερα να ανεβάζω ή να μην ανεβάζω φωτογραφίες από την βρεφική ή την παιδική μου ηλικία, όταν αυτό το δικαίωμα θεωρητικά το έχουν προ πολλού εξασκήσει οι γονείς μου, στη θέση μου; Μια σχολή σκέψης λέει ότι σε όλα τα ζητήματα είναι οι γονείς που αποφασίζουν για τα παιδιά τους. Οπόταν το ίδιο ισχύει και εδώ. Δεν είναι ωστόσο τόσο απλό. Αφενός, τα ζητήματα για τα οποία αποφασίζουν οι γονείς έχουν να κάνουν με ζητήματα ζωτικής σημασίας για το παιδί (πχ φαγητό, στέγη, ασφάλεια), ή είναι μέρος της ένταξης τους στην κοινωνία, ή έχουν να κάνουν με την δική του ανάπτυξη, σωματική, ψυχική, νοητική. Προσωπικά εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, δυσκολεύομαι να δεχτώ πως ακριβώς σχετίζεται το sharenting με το ίδιο το παιδί και κάποια ανάγκη δική του.
Αφετέρου, σε όλες σχεδόν τις άλλες περιπτώσεις υπάρχει η δυνατότητα όταν το παιδί ενηλικιωθεί να κάνει άλλες επιλογές, πχ να αλλάξει θρήσκευμα. Εδώ, οι ενέργειες μας δεν έχουν επιστροφή. Το ψηφιακό αποτύπωμα είναι μόνιμο. Γιατί ακόμη και εάν απαιτήσει κάποιο άτομο από τις πλατφόρμες να ξεχαστεί από το διαδίκτυο, δεν μπορεί να ελέγξει που και πως έχουν αποθηκευτεί, και διοχετευτεί οι πληροφορίες, οι φωτογραφίες και τα βίντεο που το αφορούν.
Τέλος, ένα σημείο που μπαίνει στην εξίσωση είναι ότι τα παιδιά δεν είναι προέκταση του εαυτού μας, ούτε μας ανήκουν. Αυτό είναι πλέον ευρέως αποδεχτό. Τα παιδιά μέσα από διεθνή νομικά κείμενα αναγνωρίζονται ως αυτοτελή άτομα, με τη δική τους προσωπικότητα, τις δικές τους ανάγκες και τα δικά τους δικαιώματα. Λόγω δε τη σωματικής, νοητικής, συναισθηματικής και ψυχικής ευαλοτώτητας που επιφέρει η ηλικία τους, χρειάζονται ειδική προστασία. Τι γίνεται όμως όταν οι γονείς όχι μόνο δεν παρέχουν την ειδική αυτή προστασία, αλλά θέτουν τα παιδιά τους σε καταστάσεις που είτε ενέχουν κινδύνους, είτε τα επηρεάζουν αρνητικά; Μπορεί ή μήπως πρέπει να παρέμβει η Πολιτεία;
Κάποιες χώρες, όπως για παράδειγμα η Γαλλία έχουν ρυθμίσει το θέμα με ειδική νομοθεσία από το 2024. Άλλες, όπως για παράδειγμα η Γερμανία, φαίνεται να το αντιμετωπίζουν μέσα από υφιστάμενες νομοθεσίες που αφορούν το δίκαιο της ιδιωτικότητας και της γονικής μέριμνας. Θα ήταν καλό να ανοίξει και στην Κύπρο αυτό το κεφάλαιο.