Αντιφάσεις σημειώνονται μεταξύ δηλώσεων, πράξεων και πρακτικού συντονισμού κινήσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και το αμερικανικό προεδρικό
«Το αμερικανικό στρατηγείο στο έδαφός μας πρέπει να κλείσει». «Αυτή η χώρα δεν θα γίνει αμερικανικό προτεκτοράτο». «Μέσα σε δέκα χρόνια από σήμερα, η στρατιωτική μας μηχανή θα αποκτήσει αυτάρκεια και θα μειωθεί στο ελάχιστο η εξάρτηση από τις ΗΠΑ».
Όχι. Δεν είναι πρωτοσέλιδα εφημερίδων κάποιας φιλοσοβιετικής πρώην αποικίας στην Λατινική Αμερική.
Το κλείσιμο του στρατηγείου CMCC (Civil-Military Coordination Center) που από τις 10/10/2025 λειτουργεί υπό αμερικανική διοίκηση στην ισραηλινή κωμόπολη Κιριάτ Γκατ, μόλις 30 χλμ. από τα Γάζα, με την αρμοδιότητα να επιβλέπει την εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου των είκοσι σημείων του Προέδρου Τραμπ, απαίτησε την περασμένη Δευτέρα (19/1) ο ισραηλινός Υπουργός Οικονομικών, Μπετσαλέλ Σμότριτς, που είναι συγχρόνως ο δεύτερος τη τάξει πολιτικός προϊστάμενος στο Υπουργείο Άμυνας. Η δήλωση ότι το Ισραήλ δεν θα γίνει αμερικανικό προτεκτοράτο ανήκει στον Βενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος δυο εβδομάδες μετά την έναρξη της λειτουργίας του CMCC θεώρησε απαραίτητο να το ξεκαθαρίσει σε συνέντευξη τύπου για τα τοπικά μέσα Όσο για την ανάγκη πλήρους εξοπλιστικής αυτάρκειας έναντι των ΗΠΑ εντός των επομένων δέκα ετών – και αυτή ανακοινώθηκε από τον Νετανιάχου σε συνέντευξη που παραχώρησε στις 9 Ιανουαρίου στον Economist. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως αυτήν την εξαγγελία επανέλαβε τουλάχιστον τέσσερεις φορές, απευθυνόμενος σε εγχώριο ακροατήριο, αφού είχε ολοκληρωθεί η πρώτη απόσυρση του IDF στη Γάζα, όπως όριζε το πρώτο στάδιο του αμερικανικού ειρηνευτικού σχεδίου.
Ενδεικτική του δυσάρεστου κλίματος Ισραήλ-ΗΠΑ ήταν η αντίδραση του ιδιαίτερου γραφείου του Νετανιάχου το περασμένο Σάββατο (17/1) μετά την απόφαση του Λευκού Οίκου να συμπεριλάβει στην Εκτελεστική Επιτροπή του Συμβουλίου Ειρήνης τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, και τον Καταρινό διπλωμάτη, Άλι Θάουαντι. «Η απόφαση αυτή δεν αποτέλεσε αποτέλεσμα συντονισμού με το Ισραήλ και αντίκειται στην πολιτική του», ανέφερε μεταξύ άλλων η οργισμένη ανακοίνωση του Πρωθυπουργικού Γραφείου στην Ιερουσαλήμ.
Από την άλλη, ενώ τονίζεται τους τελευταίους μήνες η ισραηλινή δυσαρέσκεια έναντι των ΗΠΑ, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι τα τελευταία εικοσιτετράωρα συγκεντρώνονται στην περιοχή σημαντικές αμερικανικές δυνάμεις ενόψει ενός ενδεχόμενου κτυπήματος κατά του Ιράν. Παράλληλα, διαρρέεται ότι η ισραηλινή αεράμυνα έχει ήδη ενισχυθεί με αμερικανικά αντιπυραυλικά συστήματα για να αντιμετωπιστούν πιθανά ιρανικά αντίποινα.
Ωστόσο, οι αντιφάσεις που σημειώνονται μεταξύ δηλώσεων, πράξεων και πρακτικού συντονισμού κινήσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και το αμερικανικό προεδρικό περιβάλλον οδηγούν εύλογα στο εξής ερώτημα; Τελικά, υπάρχει αντιαμερικανισμός στο σημερινό Ισραήλ; Και εάν ναι, γιατί;
Οι ισραηλινές προσδοκίες και οι πραγματικότητες της δεύτερης θητείας Τραμπ
Την περασμένη Τρίτη (20/1) συμπληρώθηκαν οι πρώτοι δώδεκα μήνες της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Επιχειρώντας σήμερα έναν πρόχειρο απολογισμό, η αρχική προσμονή των Ισραηλινών να δουν ξανά στον Λευκό Οίκο τον αγαπημένο τους Πρόεδρο δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τους σημερινούς τους προβληματισμούς, που πλέον δεν κρύβονται. Η πρώτη του θητεία είναι συνώνυμη με την ‘χρυσή εποχή’ των αμερικανοϊσραηλινών σχέσεων: Μεταφέρθηκε η αμερικανική πρεσβεία από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, που αναγνωρίστηκε από τον Λευκό Οίκο ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Αναγνωρίστηκε η ισραηλινή κυριαρχία στα Υψώματα του Γκολάν. Χάρη στις ‘Συμφωνίες του Αβραάμ’ της διακυβέρνησης Τραμπ, το Ισραήλ εξομάλυνε τις διπλωματικές του σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, το Μαρόκο και δρομολογήθηκαν ανάλογες επαφές με το Σουδάν – ασχέτως αν δεν ολοκληρώθηκαν λόγω του εμφυλίου που μαστίζει ακόμα την αφρικανική χώρα -. Την ίδια στιγμή ο Λευκός Οίκος υποβάθμιζε επίμονα τις σχέσεις του με την Παλαιστινιακή Αρχή, καταδίκαζε με κάθε ευκαιρία την δράση της τρομοκρατικής Χαμάς και, τέλος, συντάχθηκε απόλυτα με τις τότε ισραηλινές επιδιώξεις ως προς την αντιμετώπιση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Αντιθέτως, από τον περσινό Ιανουάριο έως και σήμερα, οι διαφωνίες μεταξύ Ισραήλ και Λευκού Οίκου διαδέχονται η μία την άλλη. Μετά από τις αμφιλεγόμενες διακηρύξεις του Αμερικανού Προέδρου που ήθελαν την Γάζα να εκκενώνεται από τους κατοίκους της, η προαγωγή του διαμεσολαβητικού ρόλου δύο μη-θεσμικών παραγόντων – του ειδικού αμερικανού απεσταλμένου, Στίβεν Γουίτκοφ, και του γαμπρού του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ – μείωσε σταδιακά ολοένα και περισσότερο την επιρροή της ισραηλινής πλευράς. Αντιθέτως, τόσο ως προς την διαχείριση της κατάστασης στη Γάζα, αλλά και ως προς τις νέες ισορροπίες που αναδείχθηκαν στη Συρία, η επιρροή του άξονα Κατάρ-Τουρκίας ενισχύθηκε, σε συντονισμό με παράλληλες κινήσεις και δημόσιες τοποθετήσεις του πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τόμας Μπάρακ, σε τέτοιο βαθμό ώστε ισραηλινά μέσα διέρρευσαν πριν από τρεις εβδομάδες ότι ο Νετανιάχου φερόταν να αναρωτιέται «εάν τελικά ο Μπάρακ έχει εντολή να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Τουρκίας και όχι των Ηνωμένων Πολιτειών».
«Επιχειρησιακό φρένο» – αλλά και κλήσεις χιλιάδων εφέδρων
Παραμονές της δεύτερης εκλογής Τραμπ, οι Ισραηλινοί αισθάνονταν έτοιμοι να ‘τελειώσουν τον πόλεμο’ με τους δικούς τους όρους. Η Γάζα είχε καταληφθεί ολόκληρη, οι ηγεσίες της Χαμάς και της Χεζμπολάχ αποδεκατίστηκαν, η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ έδωσε την ευκαιρία στον IDF να προελάσει ξανά σε συριακό έδαφος για πρώτη φορά μετά το 1967, οι Χούθι ολοένα και αποδυναμώνονταν και παρά τα σοβαρά πλήγματα που δέχθηκαν μεγάλες ισραηλινές πόλεις από τους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους, τα ισραηλινά κτυπήματα στο Ιράν ήταν εξίσου σοβαρά.
Ενώ οι Ισραηλινοί ανέμεναν από τον επανεκλεγέντα Τραμπ ένα τελειωτικό ‘πράσινο φως’, αντ’αυτού παρέλαβαν ένα σχέδιο είκοσι σημείων, το οποίο, με εξαίρεση την απελευθέρωση όλων των ζωντανών ομήρων, μέχρι στιγμής η ισραηλινή κυβέρνηση δηλώνει εμμέσως πλην σαφώς σταθερά απογοητευμένη από το ‘επιχειρησιακό φρένο’, που μοιάζει να της έχει επιβάλει ο πάλαι ποτέ ‘καλύτερος Αμερικανός Πρόεδρος όλων των εποχών’. Μεσαία και κατώτερα στελέχη του IDF, αλλά και υπουργοί της κυβέρνησης Νετανιάχου, δεν κρύβουν πια την δυσαρέσκειά τους, βλέποντας την Χαμάς και την Χεζμπολάχ να ανασυντάσσονται, αρνούμενες αμφότερες να αφοπλιστούν. Απόλυτη στασιμότητα παρατηρείται ως προς τη σύσταση της πολυεθνικής δύναμης που, σύμφωνα με το αμερικανικό σχέδιο, θα αφοπλίσει την Χαμάς. Ίδια εικόνα ισχύει και ως προς την Χεζμπολάχ, με τον τακτικό λιβανικό στρατό να μην προβαίνει σε δραστικές ενέργειες, με αποτέλεσμα η κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο να μην αποφέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η ψήφος εμπιστοσύνης του Τραμπ προς τον Σύρο Πρόεδρο Αλ-Σάρα μεταφράζεται στο Ισραήλ ως σκόπιμη αμερικανική παρότρυνση προς την Τουρκία να αυξήσει την επιρροή της στην Δαμασκό, ύστερα μάλιστα από την πρόσφατη δραματική ήττα του τοπικού κουρδικού παράγοντα. Παρά τις επανειλημμένες απειλητικές προεδρικές δηλώσεις, πληθαίνουν οι ενδείξεις πως το momentum της ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος με αφορμή το κύμα διαδηλώσεων στη χώρα απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο – με διάχυτα τα σχόλια ισραηλινών μέσων, που επιρρίπτουν ευθύνες και γι’ αυτό στον Τραμπ και το στενό του περιβάλλον. Όσο για την πρόσφατη επίσημη σύσταση του «Συμβουλίου Ειρήνης», η απρόθυμη απόφαση του Νετανιάχου να συμμετάσχει σε αυτό έγινε καθαρά «για να αποφευχθούν τα χειρότερα από μία περαιτέρω ενίσχυση της τουρκοκαταρινής επιρροής στον Λευκό Οίκο», όπως σχολιάζουν καλά πληροφορημένες ισραηλινές πηγές.
Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, με την υποβόσκουσα αντιαμερικανική δυσαρέσκεια στο Ισραήλ να διατηρείται, κατά τη σημερινή συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου υπό τον Νετανιάχου, αναμένεται να εγκριθεί το αίτημα του αρχηγού του IDF, Εγιάλ Ζαμίρ, να κληθούν έως τις αρχές Μαρτίου άλλοι 280.000 έφεδροι «για να ενισχυθούν περαιτέρω τα μέτωπα», αναφέρει η επίσημη στρατιωτική ανακοίνωση.