Όποιος επιμένει στον έλεγχο και δεν προσαρμόζεται στη λογική του αλγορίθμου, γίνεται εύκολα στόχος.
Η έννοια της πολιτικής ευθύνης στις μέρες μας, με την επικράτηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ως βασική πηγή ενημέρωσης των πολιτών, μετασχηματίζεται τόσο ραγδαία, όσο και η πολιτική επικοινωνία.
Ο δημόσιος διάλογος απομακρύνεται από τους συμβατικούς χώρους όπου ευνοούνταν η αντιπαράθεση, ο έλεγχος και η λογοδοσία και μεταφέρεται σε πλατφόρμες. Εκεί, ο πολιτικός δεν απευθύνεται πια σε πολίτες, αλλά σε followers. Δεν δοκιμάζεται απέναντι σε ερωτήσεις- αν αυτό συμβαίνει επιλέγει απλά να ανεβάσει το «καλό» απόσπασμα- αλλά απέναντι στον αλγόριθμο. Και ο αλγόριθμος δεν επιβραβεύει την ακρίβεια ή τη δυσκολία, αλλά το συναίσθημα, την υπεραπλούστευση του αφηγήματος και αναπόφευκτα την πόλωση.
Σε αυτό το περιβάλλον οι παραδοσιακές πολιτικές διεργασίες μετατρέπονται σταδιακά σε ατομικό προϊόν. Ο υποψήφιος και ο εκλεγμένος αξιωματούχος λειτουργούν περισσότερο ως δημιουργοί περιεχομένου (content creator) και λιγότερο ως θεσμικοί παίκτες. Το βίντεο αναδεικνύεται ως κυρίαρχο εργαλείο πολιτικής παρουσίας και αποτυπώματος. Όχι ως συμπλήρωμα του διαλόγου, αλλά ως υποκατάστατό του. Είναι ένα μέσο που προσφέρει απόλυτο έλεγχο για το τι θα ειπωθεί, πότε, με ποιο ύφος και, κυρίως, τι θα μείνει εκτός. Σε αντίθεση με τον δια ζώσης διάλογο, με ερωτήσεις και απαντήσεις, το βίντεο δεν έχει ρίσκο, δεν έχει πίεση. Δεν έχει αντίλογο. Έτσι, η λογοδοσία αντικαθίσταται από την επιλεκτική εικόνα.
Για τον δε δημοσιογράφο που επιμένει να ρωτά, το τοπίο αυτό δεν είναι απλώς δύσκολο. Γίνεται εχθρικό. Η ερώτηση δεν αντιμετωπίζεται ως εργαλείο δημοκρατίας, αλλά ως επίθεση. Η κριτική δεν απαντάται, αλλά ενεργοποιεί στρατιές followers που λειτουργούν ως μηχανισμός φίμωσης. Όποιος επιμένει στον έλεγχο και δεν προσαρμόζεται στη λογική του αλγορίθμου, γίνεται εύκολα στόχος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ως προπορευόμενο παράδειγμα μιας ευρύτερης τάσης, εντάσσεται και η περίπτωση του Φειδία Παναγιώτου, ευρωβουλευτή, επίδοξου κομματάρχη και υποψηφίου για τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2026. Η δημόσια παρουσία του μέχρι στιγμής φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στη διαχείριση της εικόνας και λιγότερο στην αντοχή στον έλεγχο. Όταν προκύπτουν καταγγελίες ή δηλώσεις που προκαλούν κοινωνική αντίδραση, η απάντηση δεν είναι ο άμεσος διάλογος αλλά η απόσυρση και η επανεμφάνιση μέσω βίντεο. Η κριτική μετατρέπεται σε αφήγημα δίωξης και ο έλεγχος παρουσιάζεται ως οργανωμένη επίθεση επειδή «ενοχλεί».
Το μοτίβο αυτό δεν είναι καινούργιο. Η πολιτική ψυχολογία εξηγεί το πώς αυτό λειτουργεί: καλλιεργεί ταύτιση, αίσθημα δίωξης από το κατεστημένο και μετατοπίζει τη συζήτηση από την ουσία στο συναίσθημα. Το ερώτημα, όμως, παραμένει. Αν κάποιος δυσκολεύεται να δεχθεί κριτική πριν καν διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών, πώς θα αντέξει τον θεσμικό και δομημένο έλεγχο που συνεπάγεται το δημόσιο αξίωμα;
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά το νέο μοντέλο πολιτικής που καλλιεργείται σε όλο το πολιτικό φάσμα, από την κυβέρνηση μέχρι το παραδοσιακό κομματικό σύστημα. Αφορά και τον πολίτη-ψηφοφόρο που αβασάνιστα ανταμείβει την αποφυγή διαλόγου με likes και ψήφους.
Η δημοκρατία δεν μετριέται σε views, ούτε σε καλομονταρισμένα βίντεο. Μετριέται στην παρουσία, στην αντοχή στην κριτική και στην προθυμία να απαντάς όταν τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Μετριέται στην ικανότητα των πολιτικών να δίνουν λύσεις στα προβλήματα που απασχολούν την κοινωνία, να πείθουν για το όραμά τους και να εμπνέουν. Όχι για να εντυπωσιάζουν πρόσκαιρα, αλλά για να ηγούνται.
Υγ: Τα λόγια ενός πολιτικού δεν φανερώνουν την ιδέα που έχει για το θέμα του, αλλά την ιδέα που έχει για το ακροατήριο του.
George Will (Αμερικανός δημοσιογράφος, αρθρογράφος).