Ο ηθικός και πολιτικός ξεπεσμός των θεσμών, οι κίνδυνοι και η απουσία ηγεσίας
Όταν την περασμένη Πέμπτη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραχωρούσε τον ετήσιο προγραμματισμό διακυβέρνησης του κράτους υπό τον βαρύγδουπο τίτλο State of the Union, η κυπριακή κοινωνία ήταν απασχολημένη στο να παρακολουθεί εμβρόντητη μία αλληλουχία σκανδάλων. Που τραυμάτιζε ανεπανόρθωτα τους θεσμούς, αποκάλυπτε την γύμνια τους και επισφράγιζε την απαξίωση της κοινωνίας σε αυτούς.
O Δήμαρχος Πάφου που για χρόνια επένδυε πολιτικά στην ηθική ανωτερότητα, που εδραιώθηκε δια της πολιτικής των λαϊκών δικαστηρίων και που φιλοδοξούσε με αξιώσεις να διεκδικήσει την προεδρία της δημοκρατίας το 2028, έμπαινε σε αργία δεδομένου ότι πλέον αντιμετωπίζει καταγγελία σεξουαλικής κακοποίησης.
Σοκαριστικές καταγγελίες, ισχυρισμοί και φημολογίες τραυμάτιζαν τη συνείδηση των πολιτών. Μόνο που οι καταιγιστικές εξελίξεις σε ό,τι αφορά τον Φαίδωνα Φαίδωνος, δεν ήταν αποτέλεσμα της επάρκειας των αστυνομικών αρχών. Οι καταγγελίες Αριστοδήμου για το πώς οι αρχές έκλεισαν τα μάτια και τα αυτιά μπροστά στα όσα έλεγε πριν χρόνια, ήταν ενδεικτικές της προκλητικής αδράνειας. Μίας αδράνειας που πολύ πιθανό να συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο, αν η γνωστή Τικ-τοκερ Άννυ Αλεξούι -της οποίας τις καταγγελίες για κακοποίηση ουδέποτε ερεύνησαν- δεν προχωρούσε δημοσίως σε ισχυρισμούς ενδοοικογενειακής βίας από τον Δήμαρχο Πάφου.
Τον ρόλο της δικαιοσύνης ανέλαβε συνεπώς το Τικ Τοκ, καθώς η γενική εισαγγελία μας κουνούσε το δάκτυλο όλο αυτό τον καιρό. Μας ζητούσε να την αφήσουμε να κάνει την δουλειά της, όταν ζητούσαμε εξηγήσεις γιατί ο γενικός εισαγγελέας ο οποίος θα διερευνήσει κατά τα άλλα τον Πρόεδρο Αναστασιάδη συναγελάζεται μαζί του στα μπουζούκια. Γιατί διερωτηθήκαμε τι να συμβαίνει όταν ο βοηθός γενικός εισαγγελέας απειλούσε τον Πρόεδρο ότι θα παραιτηθεί καταγγέλλοντας ανεπάρκεια της αστυνομίας και ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος με μέρος του υποκόσμου να τον απειλεί. Κινήσεις που εμπέδωσαν την ανεπάρκεια του θεσμού και ενίσχυσαν την αίσθηση της συγκάλυψης. Σε τέτοιο σημείο που να αναγκαστεί η δικαστής Αλεξάνδρα Λυκούργου να βγει δημοσίως στα ΜΜΕ και να τους εκθέσει. Εξηγώντας ότι ενώ το πόρισμα για την ΚΟΠ παραδόθηκε μήνες πριν, η γενική εισαγγελία δεν έκανε απολύτως τίποτα.
Μία αίσθηση ότι πορίσματα μπαίνουν μέσα στο συρτάρι, πολιτικά πρόσωπα που ενδεχομένως να εμπλέκονται σε σκάνδαλα συγκαλύπτονται και η πεποίθηση πως η δικαιοσύνη μπορεί να έρθει μέσα από ένα άγνωστο προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αντί από τους αρμόδιους θεσμούς. Με την κοινωνία να αναζητεί νέους αμφιλεγόμενους ήρωες, να μπαίνει στον κύκλο των λαϊκών δικαστηρίων, να γίνεται συχνά θύμα της παραπληροφόρησης και δυστυχώς τα χλωρά να καίγονται με ευκολία μαζί με τα ξερά.
Γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση στην οποία εισερχόμαστε υπεύθυνοι είναι οι εκπρόσωποι των θεσμών που απέτυχαν. Ένα σύστημα που καταρρέει, με θεσμούς σε ηθική και πολιτική κατάπτωση.
Ο Πρόεδρος λοιπόν είχε την χρυσή ευκαιρία την Πέμπτη να εκτονώσει την κρίση. Να φερθεί για πρώτη φορά ως ηγέτης αντί ένας Πρόεδρος που βρίσκεται σε έναν παρατεταμένο προεκλογικό. Να εξηγήσει πως ακριβώς θα εκτονωθεί η θεσμική κρίση. Κυρίως όμως να λογοδοτήσει για όσα βαραίνουν τον ίδιο. Για την ηθική του υπόσταση που χάνεται μετά το επίμαχο βίντεο. Μόνο που ενώ μιλούσε για συμβόλαιο με την κοινωνία, επένδυε στην εικόνα του. Ενώ έλεγε πως κοιτούσε τους πολίτες στα μάτια, φρόντισε να έχει τριγύρω του μόνο χειροκροτητές. Και ενώ μιλούσε για λογοδοσία, αρνήθηκε στην πιο κρίσιμη πολιτική συγκυρία να μιλήσει με ειλικρίνεια για το videogate, τον Φορέα της Πρώτης Κυρίας, τον ρόλο του Γιώργου Λακκοτρύπη και τις φερόμενες μαύρες δωρεές. Εγκλωβισμένος στο χειροκρότημα που συνεχώς μειώνεται. Και κυρίως αποκομμένος από την κοινωνία, από την οποία υποστήριζε πως θα θέτει πάνω από οποιοδήποτε κατεστημένο και ελίτ.