weather widget icon
9.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
15.02.2026 9:35
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΝΕΟΚΛΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

ΝΕΟΚΛΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ

Ένα χρονολογικό μπρος-πίσω μέσα από τα μάτια ενός 14χρονου που πλησιάζει τα 40

Λένε πως ο χρόνος λειτουργεί ιαματικά, επουλώνοντας πληγές στο πέρασμά του, και συνήθως έτσι είναι. Συνήθως όμως, όχι πάντα. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο χρόνος μοιάζει να αρνείται πεισματικά να κουνηθεί, αποφασισμένος να κρατά το δείκτη του ρολογιού στο ίδιο σημείο. Υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις που νομίζεις ότι ο χρόνος σε εκδικείται, και με κάθε δευτερόλεπτο που περνά σε τιμωρεί, και αντί να επουλώνει πληγές, να τις βαθαίνει, να τις ανοίγει κι άλλο επίτηδες, λες και θέλει να σε σκοτώσει απ’ την αιμορραγία. Στην περίπτωση της Κύπρου και του εθνικού της προβλήματος, σίγουρα δεν συμβαίνει το πρώτο. Μάλλον τα άλλα δύο είναι που ισχύουν, και ιδιαίτερα το τρίτο. Συναίσθημα έντονο, κάθε φορά που συναντώ το παρελθόν, όπως συνέβη την περασμένη Κυριακή.

Αγναντεύοντας το παρελθόν που αργοπεθαίνει

Στις 8 του Φλεβάρη, μαζεύτηκαν ξανά μετά από χρόνια, φίλοι, συγγενείς, άλλοτε γείτονες και απόγονοί των, σ’ ένα τόπο διόλου τυχαίο. Στο κοντινότερο σημείο απ’ το Καλό Χωριό Λεύκας, στο δρόμο προς τα εκεί, σ’ ένα ύψωμα απ’ όπου μπορούσαν να διακρίνουν τις παλιές τους γειτονιές. Σε μια συνεστίαση συγκινησιακά φορτισμένη, ως μία από τις μόνες ενέργειες που εδώ και 52 σχεδόν χρόνια μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί ένα κοινοτικό συμβούλιο ενός μικρού κατεχόμενου χωριού. Κάποιοι από αυτούς, έφυγαν από εκεί από το ακόμη πιο μακρινό 1958. Όταν η ΤΜΤ επέκτεινε το θύλακα της Λεύκας. Τότε, φοβούμενοι την έκρηξη βίας που θα ακολουθούσε τη σφαγή των Κοντεμενιωτών στο Κιόνελι από τουρκοκύπριους εξτρεμιστές, οι ελληνοκύπριοι που διέμεναν στις μεικτές γειτονιές του χωριού, μετακινήθηκαν στον ελληνοκυπριακό τομέα και τα γειτονικά χωριά. Άλλοι έφυγαν για τη Λευκωσία. Μία από αυτούς η προγιαγιά μου. Τελευταία φορά που κόντεψε – έστω – του χωριού ο μακαριστός παππούς μου, το 1964.

Advertisement

Τον θυμάμαι, σαν να ήταν χθες, να κάθεται στην πολυθρόνα του και με δεικτικό ύφος να πετά μια φράση στα τουρκικά, να με ρωτά αν ξέρω τι σημαίνει, για να ακολουθήσει αναλυτική επεξήγηση. Σαν να ‘ταν χθες θυμάμαι και την άνοιξη του 2003, όταν στα 14 μου άνοιξαν τα οδοφράγματα. Περιμένοντας στο αυτοκίνητο, μαζί με χιλιάδες άλλους που λαχταρούσαν να ξαναδούν τα σπίτια που άφησαν πίσω 29 χρόνια πριν, εγώ, ο πατέρας μου, ο παππούς και η γιαγιά. Καθώς πλησίαζε ο «αστυνομικός» για να ελέγξει τα περιζήτητα τότε χαρτάκια με τα στοιχεία μας, ακολουθεί η εξής, βαθιά χαραγμένη στη μνήμη μου στιχομυθία:

«Παπά, συνεννοήθου εσύ που ξέρεις τούρτζιηκα». «Μα πού τα θυμούμαι γιε μου; Έσσιει τριάντα χρόνια να τα συντύχω». Πριν τελειώσει τη φράση του ο παππούς, ανοίγει το παράθυρο και ξεπροβάλλει ο «αστυνομικός». Εννοείται πως ο παππούς, μέσα σε εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, συνεννοήθηκε ωσάν να μην πέρασαν τόσα χρόνια από την τελευταία φορά που μίλησε τουρκικά.

Το Καλό Χωριό μικρογραφία της Κύπρου

Φτάνοντας στο κέντρο του χωριού, ο παππούς σχεδόν ξέχασε πώς βρέθηκε εκεί, σαν να προσγειώθηκε δια μαγείας 50 χρόνια πίσω. Βρήκε τους συγχωριανούς του στον καφενέ, που στεκόταν σταματημένος στον χρόνο όπως τον άφησε ο πατέρας του που τον έχτισε, και όπως τους άφησε αυτός όταν έφυγε για τελευταία φορά. Αγκαλιάστηκε με όλους, κάθισε και ο χρόνος γύρισε ξανά πίσω στην εποχή της αθωότητας. Πάρα πέρα, θυμάμαι να κοιτάζω έναν κάτασπρο γαλανομάτη κύριο, που κρατώντας τη μαγκούρα του τραγουδούσε δημοτικά τραγούδια σε άπταιστα ελληνικά. Αποσβολωμένος με αυτά που μόλις είχα ακούσει, τον ρώτησα πως γίνεται να γνώριζε ελληνικά δημοτικά τραγούδια. «Εμείς δαμέσα μιλούμεν ελληνικά πριχού γεννηθούμε», μου αποκρίθηκε ο γέρο-Μουσταφάς, θέλοντας να μου υπενθυμίσει την προαιώνια παρουσία του ελληνισμού στο νησί και να μου υπομνήσει κατ’ επέκταση ότι όντας λινοβάμβακος, ελληνικά μιλούσαν και πρόγονοί του.

Advertisement

Πέρασαν τα χρόνια και ο γέρο-Μουσταφάς πέθανε. Πέρασαν ακόμα λίγα, πέθανε και ο παππούς, και ο αδελφός του, και πολλοί άλλοι Καλοχωρκάτες. Στην συνεστίαση του χωριού την περασμένη Κυριακή, την πρώτη μετά από χρόνια, ο τελευταίος δάσκαλος του χωριού πριν την αποχώρηση των ελληνοκυπρίων, μνημόνευσε τους συγχωριανούς που έφυγαν το τελευταίο διάστημα. Σαν μια μικρογραφία της κατάστασης του ολοένα και μειωμένου προσφυγικού κόσμου, ήταν άλλη μια σύναξη, μικρότερη της προηγούμενης, καθώς ένας-ένας όσοι έχουν θύμησες από την προ του 1974 Κύπρο αποχωρούν από τα εγκόσμια.

Ο πανδαμάτωρας χρόνος, είναι αμείλικτος στην περίπτωση της Κύπρου. Το Κυπριακό πρόβλημα είναι μια πληγή, που όσο περνά ο χρόνος, ολοένα και βαθαίνει, ολοένα και οξύνεται, ολοένα και αιμορραγεί. Οι πρόσφυγες φεύγουν, και μαζί τους οτιδήποτε θυμίζει την κατεχόμενη Κύπρο. Παίρνουν μαζί τους τις αναμνήσεις τους, και μαζί μ’ αυτές, αποσυντίθεται η κοινωνικός ιστός που έκανε τις κατεχόμενες κοινότητες αυτό που ήταν. Και όσο περνά ο χρόνος, ακόμη περισσότερο διολισθαίνει από τις προτεραιότητες των πολιτών και άρα και του πολιτικού προσωπικού της χώρας,  η λύση του Κυπριακού.

Advertisement