ALPHA της Κυριακής
Όταν κάτι κανονικοποιείται διοικητικά, αργά ή γρήγορα κανονικοποιείται με νομικά και πολιτικά μέσα
Η ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν συχνά παρουσιάζεται ως κάτι απλό: λιγότεροι έλεγχοι, πιο εύκολα ταξίδια, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή κανονικότητα. Στην κυπριακή πραγματικότητα, όμως, το πιο ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο. Μήπως, στην πράξη, αποδεχόμαστε και θεσμοποιούμε τη διχοτόμηση;
Η Σένγκεν δεν είναι μόνο ελευθερία μετακίνησης. Είναι και ένα σύστημα που προϋποθέτει ξεκάθαρο έλεγχο εισόδου και ευθύνη για το εξωτερικό σύνορο. Αν η Κύπρος ενταχθεί, θα αντιμετωπίζεται πλήρως ως εξωτερικό σύνορο της Σένγκεν. Αυτό σημαίνει ότι οι εταίροι θα απαιτούν αποτελέσματα και η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει κίνητρο να αποδεικνύει διαρκώς ότι δεν αποτελεί «αδύναμο κρίκο». Σε ένα διαιρεμένο νησί, αυτό μετατοπίζει αναγκαστικά το βάρος στην Πράσινη Γραμμή, ακόμη κι αν νομικά δεν είναι διεθνές σύνορο.
Εδώ βρίσκεται ο κεντρικός κίνδυνος: η Πράσινη Γραμμή, από προσωρινή ρύθμιση διαχείρισης μιας εκκρεμότητας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε σταθερό μηχανισμό «φιλτραρίσματος» προς τη Σένγκεν. Περισσότεροι έλεγχοι στα οδοφράγματα, περισσότερες αρνήσεις διέλευσης, περισσότερη επιτήρηση, περισσότερη πολιτική πίεση να αποτραπεί η χρήση της ως οδού παράκαμψης. Στην πράξη, αυτό μοιάζει με κανονικοποίηση ενός διαχωρισμού. Κι όταν κάτι κανονικοποιείται διοικητικά, αργά ή γρήγορα κανονικοποιείται με νομικά και πολιτικά μέσα.
Οι συνέπειες για τις συνομιλίες επανένωσης είναι σοβαρές. Η Σένγκεν ενισχύει την Κυπριακή Δημοκρατία ως τη μόνη αναγνωρισμένη αρχή που καθορίζει ποιος μπαίνει στο έδαφος της ΕΕ στο νησί. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως ισχύς. Μπορεί όμως και να λειτουργήσει ως παγίδα: αν η καθημερινότητα και οι θεσμοί αρχίσουν να «βολεύονται» γύρω από ένα σχήμα μόνιμης διαχείρισης της διαίρεσης, ο πολιτικός χώρος για συμβιβασμό στενεύει. Η λύση παύει να είναι επείγουσα προτεραιότητα και γίνεται θεωρητικός στόχος.
Στο μεταναστευτικό, οι κίνδυνοι εντείνονται. Η πίεση να μην λειτουργεί η Πράσινη Γραμμή ως δίοδος προς τη Σένγκεν θα φέρει αυστηρότερους ελέγχους και περισσότερη επιβολή. Αυτό μπορεί να μετατοπίσει ροές σε πιο επικίνδυνες διαδρομές, ιδιαίτερα θαλάσσιες, με αυξημένο ανθρώπινο κόστος. Παράλληλα, οι αιτήσεις ασύλου θα πρέπει να κρίνονται γρήγορα και αξιόπιστα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, αλλιώς η Κύπρος θα κατηγορηθεί ότι αφήνει «εκκρεμότητες» που επηρεάζουν όλη τη Σένγκεν. Με ποια δομή, όμως, θα το πετύχουμε; Με ποιους χειριστές, ποιους διερμηνείς, ποια νομική στήριξη, ποιες υποδομές υποδοχής και επιστροφών; Αν δεν υπάρχει επάρκεια, η πίεση θα μετατραπεί σε χρόνια κρίση αξιοπιστίας.
Υπάρχει τέλος και ο κίνδυνος της εκμετάλλευσης. Η ένταξη στη Σένγκεν μπορεί να τροφοδοτήσει την ιδέα ότι η πρόσβαση στην Ευρώπη «πουλιέται», μέσα από νέα σχήματα τύπου “Schengen gold visa” ή έμμεσες διευκολύνσεις με οικονομικό αντάλλαγμα. Με το ιστορικό της Κύπρου και τη διεθνή κριτική που έχει δεχθεί στο παρελθόν, αυτό θα ήταν καταστροφικό για την αξιοπιστία της χώρας και θα άνοιγε πεδίο για αδιαφάνεια και διαφθορά.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με το κοινό, η Σένγκεν στην Κύπρο δεν είναι ουδέτερη. Μπορεί να φέρει οφέλη, αλλά μπορεί και να γίνει το πιο αποτελεσματικό εργαλείο κανονικοποίησης της ντε φάκτο διχοτόμησης, ακριβώς επειδή θα οργανώσει την καθημερινή λειτουργία του νησιού γύρω από μια μόνιμη λογική «γραμμής ελέγχου». Αν δεν αντιμετωπιστεί αυτό ως ο βασικός πολιτικός κίνδυνος, τότε δεν συζητάμε απλώς για ταξίδια, συζητάμε για το μέλλον της λύσης.