«Η ποίηση κάνει τα ώτα των μη ακουόντων να ακούουν ή τα παρακάμπτει κι απευθύνεται ίσα στην καρδιά.»
Ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ‘30. Πολυγραφότατος, οικουμενικός, διαχρονικός. Οι λέξεις και τα γράμματα που επί δεκαετίες υπηρέτησε, αδυνατούν σήμερα να περιγράψουν το μεγαλείο του. Κώστας Μόντης.
18 Φεβρουαρίου 1914. Θα γεννηθεί στην θαλασσοφίλητη Αμμόχωστο ο Κώστας Μόντης, το έκτο και τελευταίο παιδί του Θεόδουλου Μόντη και της Καλομοίρας Μπατίστα. Ο πατέρας του όντας κυβερνητικός υπάλληλος θα παίρνει συχνά μεταθέσεις κι οικογένεια θα αναγκάζεται να μετακινείται.
«Γεννήθηκα στην Αμμόχωστο αλλά ενός μόλις χρόνου έφυγα από την Αμμόχωστο, στη Λάρνακα έζησα αρκετά παιδικά χρόνια, πικρά παιδικά χρόνια, εκεί έζησα το μεγάλο δράμα της οικογένειας, ένα δράμα που αναπηδά μέσα από το έργο μου ακόμα και σήμερα.»
Θα γνωρίσει την απώλεια από πολύ μικρός. Στην τρυφερή ηλικία των 8 μόλις χρόνων θα δει μέσα σε 22 ημέρες να πεθαίνουν δύο αδέλφια του…
«Έχασα δύο αδερφούς, μεγάλους αδερφούς, ο ένας ήταν 22 χρονών από φυματίωση, ο άλλος 16 χρονών μαθητής στο Λύκειο, τους έχασα σε διάστημα τριών εβδομάδων. Εγώ ήμουν πολύ μικρός αλλά αρκετά μεγάλος για να αποτυπωθεί μέσα μου αυτό το δράμα.»
Τέσσερα χρόνια αργότερα, θα χάσει και τη μητέρα του από φυματίωση…
«Την αποχαιρέτησα ετοιμοθάνατη, δεν με άφησαν να μπω μέσα, στάθηκα εκεί στην πόρτα, της είπα αντίο μάμα, αντίο γιέ μου χρυσέ μου μου είπε, δεν την ξαναείδα.»
Τότε θα εγκατασταθούν στη Λευκωσία και τέσσερα χρόνια αργότερα, στα 16 τουθα χάσει και τον πατέρα του. 1931. Θα συμμετάσχει στην εξέγερση των Οκτωβριανών και θα συλληφθεί.
1932. Θα αποφοιτήσει από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και θα φύγει για Αθήνα. Εκεί θα υποκύψει στο ταλέντο του, θα γράφει και σύντομα θα γίνει ανταποκριτής στην Εφημερίδα Ελευθερία στην οποία θα υπογράφει με το ψευδώνυμο «Κώστας Άλκιμος».
Το 1934 θα γράψει το πρώτο του βιβλίο κι έκτοτε θα γράφει μέχρι το τέλος της ζωής του.
Θα σπουδάσει νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θα επιστρέψει στην Κύπρο το 1937 αλλά δεν θα μπορέσει να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα καθώς οι αποικιοκράτες θα του το απαγορεύσουν.
Τελικά θα εργαστεί στο Λογιστήριο της Ελληνικής Μεταλλευτικής Εταιρείας και θα βρει παρηγοριά στο γράψιμο.
1942. Μαζί με τους Αχιλλέα Λυμπουρίδη και Φοίβο Μουσουλίδη θα ιδρύσουν το Λυρικόν. Με τα χέρια τους θα μετατρέψουν ένα γκαράζ σε χώρο όπου θα ανθίσει ο πολιτισμός.
Στις 5 Δεκεμβρίου 1942 μπροστά σε ένα διστακτικό, πολύ διστακτικό κοινό δόθηκε η πρώτη παράσταση της επιθεώρησης Σου’ πα, μου πες.
Ο Μόντης θα γράφει την μια επιθεώρηση μετά την άλλη κι ο κόσμος θα πλημμυρίζει το θέατρο. Θα γράφει και στην ελληνική μα και στην κυπριακή διάλεκτο, διεκδικώντας έτσι το ιδίωμα της Κύπρου.
24 Φεβρουαρίου 1946. Θα παντρευτεί την Έρση Κωνσταντίνου και για αυτή θα γράψει και την Δροσούλα.
Θα γράφει απλά, μα όχι απλοϊκά, θα κεντά περίτεχνα τα λόγια για όσα βολοδέρνουν μα δεν βρίσκουν τρόπο να ειπωθούν. Αυτό θα κάνει και στον Αγώνα της ΕΟΚΑ, μα και στην τουρκική εισβολή.
«Μητέρα, αν το βρεις βαρύ το γράμμα μου, είναι που σκύβει απάνω του ο Πενταδάκτυλος φορτωμένος Τούρκο»
Από το 65 μέχρι το 80, ο Μόντης θα γράψει τα «γράμματα στη μητέρα» και μέσα από τους στίχους του, απευθυνόμενος στη μητέρα του που έχασε όταν ήταν 12 ετών, θα της περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις μαύρες σελίδες της ιστορίας του τόπου μας.
Ο Κώστας Μόντης θα προταθεί δύο φορές για βραβείο Νόμπελ, μα δεν θα το κατακτήσει. Θα τιμηθεί όμως ο ίδιος και το έργο του, αναμεσά τους κι ο τίτλος του «δαφνοστεφούς ποιητή» που θα λάβει από την Παγκόσμια Ακαδημία Τεχνών και Πολιτισμού.
«Τώρα πια πως θα μπορέσουμε να πεθάνουμε; Τώρα πια πως θα μπορέσουμε να πεθάνουμε με αυτή την έγνοια πίσω μας; Αναγκαστικώς θα αναβάλλουμε.»
1η Μαρτίου 2004. Ο Κώστας Μόντης θα φύγει από τη ζωή αφήνοντας πίσω του πολύτιμο έργο κι ίσως την πιο ευαίσθητη και βαθιά ποιητική ανάγνωση της ιστορίας της Κύπρου.
«Όταν όλα κοιτάνε χάμω, η ποίηση κοιτά ψηλά.»



