Η Ευρώπη απέτυχε να ομοφωνήσει. Η Κύπρος αποφάσισε σωστά
Ας το παραδεχτούμε. Ακόμα μία απόπειρα ευρωπαϊκής ομοφωνίας απέτυχε, αυτή τη φορά με αφορμή τη συμμετοχή (ή μη) των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης της περασμένης Πέμπτης, 19 Φεβρουαρίου, που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον.
Η αποτυχία δεν σημειώθηκε απρόκλητα. Η επιλογή της διακυβέρνησης Τραμπ να αποστείλει ξεχωριστές προσκλήσεις προς κάθε μία από τις χώρες της Ένωσης (με εξαίρεση την Κοπεγχάγη και τις Βρυξέλες, που δεν προσκλήθηκαν καν) προφανώς δεν ήταν τυχαία. Ήταν μία κίνηση του Λευκού Οίκου για να καταδείξει ακόμα μια φορά πόσο αμφισβητείται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού η νομιμοποίηση των συλλογικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μιλούν εξ ονόματος των 27 χωρών-μελών της. Άλλωστε, η πρόσφατη τοποθέτηση του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στην φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου δεν αφήνει απορίες. Η Ουάσιγκτον έχει καταστεί ο πλέον γνήσιος εκφραστής του ευρωσκεπτικισμού.
Αυτή είναι η πραγματικότητα, που επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά στην πράξη: Κανέναν δεν εξέπληξε η απόφαση της Ουγγαρίας του Βίκτορ Όρμπαν να ενταχθεί στον ‘σκληρό πυρήνα’ του Συμβουλίου Ειρήνης, ενώ, όποιος γνωρίζει την πολιτική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Βουλγαρία εδώ και καιρό, δεν εξεπλάγη ούτε από τη σημερινή κυβέρνηση της Σόφιας, που έλαβε την ίδια απόφαση.
Όμως, ο απόηχος της στάσης της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας, στην πραγματικότητα απενοχοποίησε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με αποτέλεσμα άλλες ένδεκα ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ελιχθούν, αποφασίζοντας να παραστούν και εκείνες στη συνεδρίαση της Ουάσιγκτον, αλλά με το καθεστώς του παρατηρητή.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βλέποντας σχεδόν τα μισά κράτη-μέλη να μην θέλουν να αγνοήσουν τον αμερικανικό παράγοντα, στην πραγματικότητα ‘σύρθηκε’ και εκείνη στην πρώτη πανηγυρική συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης, υπό καθεστώς παρατηρητή, έστω με σχετικά χαμηλόβαθμη εκπροσώπηση και όχι δια της Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.
Από την άλλη, αξίζει να επισημανθεί η στάση που τήρησε η Νορβηγίας. Αρχικά απέρριψε την πρόσκληση να καταστεί μέλος του Συμβουλίου, αργότερα όμως αποφάσισε να παραστεί και εκείνη ως παρατηρητής – μία απόφαση, που έχει τη σημασία της, λόγω των ειδικών της σχέσεων με το Λονδίνο, αλλά και λόγω του εύλογου ενδιαφέροντός της για το ανοικτό ζήτημα της Γροιλανδίας. Το Όσλο φημίζεται όχι μόνο για το ψυχρό του κλίμα, αλλά και για την εγγενή ικανότητά του να υπολογίζει τις κινήσεις του εξίσου ψυχρά. Στην ίδια ακριβώς κατηγορία, εντάσσεται και η συμπεριφορά της Ολλανδίας, που θεώρησε ότι θα έπρεπε και εκείνη να δώσει το παρών – παρατηρώντας.
Στον αντίποδα βρέθηκαν η Γαλλία και η Βρετανία, ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, Ρωσία και Κίνα, που αρνήθηκαν την πρόσκληση. Ωστόσο, και σε αυτό το επίπεδο, υπάρχουν διαβαθμίσεις που αξίζει να επισημανθούν. Η Βρετανία δεν έχει ανάγκη να καταστεί μέλος του Συμβουλίου Ειρήνης για να καταφέρει να δημιουργήσει διαύλους επικοινωνίας με τον απρόβλεπτο Τραμπ. Ιστορικά, Λονδίνο και Ουάσιγκτον συνεννοούνται ανέκαθεν σε πολλαπλά επίπεδα. Αντίστοιχα, μπορεί η Ρωσία να ήταν επισήμως απούσα. Έδωσε, όμως, το πράσινο φως σε σημαντικές χώρες του ‘εγγύς εξωτερικού’ της (Λευκορωσία, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν και Αρμενία) να παραστούν (περίπου) αντ’ αυτής. Αντιθέτως, οι τεταμένες σχέσεις Τραμπ-Μακρόν ως επίσης και η ψυχρότητα του Πεκίνου, εκδηλώθηκαν ακόμα μια φορά, χωρίς να χρειάζονται περαιτέρω δηλώσεις.
Η ‘γκρίζα ζώνη’ των Παρατηρητών
Τον τόνο της ‘γκρίζας ζώνης’ της παρουσίας στο Συμβούλιο Ειρήνης με καθεστώς παρατηρητή, έδωσε το Βερολίνο. Η κυβέρνηση Μερτς, έχοντας ήδη φιλοξενήσει την Διεθνή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, δείχνει πως χρειάζεται τον δικό της χρόνο για να κατανοήσει την νέα αμερικανική θεώρηση της διεθνούς πραγματικότητας. Το άλυτο Ουκρανικό ανέδειξε νέες πτυχές των ευρωπαϊκών ισορροπιών και το Βερολίνο οφείλει να δείχνει υπομονή στις απόψεις της Ουάσιγκτον, τη στιγμή μάλιστα που συνειδητοποιεί ολοένα και περισσότερο την ανάγκη ανάκτησης της ευρωπαϊκής αξιοπιστίας, κυρίως των Ευρωπαίων ως προς τον ίδιο τους τον εαυτό. Το ιδεολογικό αντίπαλο δέος των λεγόμενων ‘λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων’ (βλ. ακροδεξιά AfD) και η συμπάθεια που εκδηλώνει προς αυτήν το στενό περιβάλλον του Προέδρου Τραμπ (βλ. Τζέι Ντι Βανς και Ίλον Μασκ), αποτελούν ζητήματα που η πολιτική ‘καθεστηκυία φρουρά’ της Γερμανίας δεν της επιτρέπεται πια να παραβλέψει.
Η γερμανική θεώρηση
Με βάση την περίπου ταυτόσημη ‘γερμανική’ θεώρηση, επέλεξαν το καθεστώς παρατηρητή η Αυστρία, η Κροατία και η Πολωνία, με την τελευταία να έχει έναν λόγο παραπάνω. Βρίσκεται πολύ κοντά στην ουκρανική ζώνη πυρός. Σε καιρούς ειρήνης, η Βαρσοβία εμπιστεύεται το Βερολίνο και ενίοτε τις Βρυξέλες. Σε καιρούς αστάθειας όμως, δείχνει να συμμερίζεται την Βουδαπέστη, να παρακολουθεί την Μόσχα προσεκτικά και να αμφιταλαντεύεται πώς άραγε να αντιμετωπίσει την μακρινή Ουάσιγκτον, όσο αλλοπρόσαλλη κι αν κρίνεται πια από την προσεκτική, εσωστρεφή στη βάση της, πολωνική ιδιοσυγκρασία. Αντιθέτως, η Φιλανδία χρειάζεται χρόνο να συνειδητοποιήσει την πρόσφατη εισδοχή της στο ΝΑΤΟ, οφείλοντας παράλληλα να μην ξεχνά την γεωγραφική της εγγύτητα με τις ρωσικές επιδιώξεις. Η επιλογή του παρατηρητή, σίγουρα εξυπηρέτησε χρήσιμες ισορροπίες.
Παρότι, τόσο η Τσεχία, όσο και η Σλοβακία θα μπορούσαν κάλλιστα να συνταχθούν με τους Ούγγρους και Βούλγαρους ευρωσκεπτικιστές, φαίνεται πως επέλεξαν να μην παραβούν τα όρια – τουλάχιστον προς το παρόν. Ειδικά στην περίπτωση της Πράγας, αξίζει να επισημανθούν οι ιδιαίτερες στενές της σχέσεις με τον ισραηλινό παράγοντα. Έχοντας επίγνωση ότι το αμερικανικό ειρηνευτικό σχέδιο για την Γάζα, μάλλον δεν ενθουσιάζει την κυβέρνηση Νετανιάχου, η Τσεχία κλήθηκε να μετριάσει τις φιλοαμερικανικές της τάσεις.
Από την άλλη, η τωρινή ιταλική διακυβέρνηση, που φιλοδοξεί να αποκτήσει ρόλο γεφυροποιού μεταξύ της ‘Αμερικανικής Δύσης’ με την κοντινή της ‘Ευρωπαϊκή’, συντάχθηκε συγκυριακά με την γερμανική θεώρηση της πραγματικότητας. η διαμόρφωση της ‘επόμενης μέρας’ στη Γάζα συνδέεται σημαντικά και με την διαμόρφωση του περιφερειακού ενεργειακού θαλάσσιου ‘κτηματολογίου’ και ως προς αυτό το ζήτημα, η ιταλική ΕΝΙ θεωρεί ότι μπορεί να συνδράμει σε πολλά, όχι μόνο στην Ανατολική Μεσόγειο, όσο και στην ταραγμένη Λιβύη – μία χώρα που η ιταλική ιστορική και επιχειρηματική μνήμη δεν ξεχνάει ποτέ.
Η Ρουμανία και το ‘ενωτικό αίτημα’ της Μολδαβίας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ειδική περίπτωση της Ρουμανίας. Η απροσδόκητη δήλωση της Προέδρου της γειτονικής Μολδαβίας, Μάγια Σάντου, ότι δεν θα ήταν αντίθετη σε μία ενδεχόμενη ένωση της χώρας της με την ‘συγγενική’ όμορη Ρουμανία, δεν αποκλείεται να έχει μεταβάλει βασικές εθνικές προτεραιότητες στα κέντρα λήψεως αποφάσεων στο Βουκουρέστι. Μία ένωση της Μολδαβίας με τη Ρουμανία αφ’ ενός θα ενδυναμώσει δημογραφικά το ρουμανικό στοιχείο έναντι της (ενίοτε ενοχλητικής) ουγγρικής εθνικής μειονότητας στις δυτικές ρουμανικές επαρχίες. Αφ’ ετέρου όμως, η επέκταση της Ρουμανίας ανατολικότερα, θα την καταστήσει όμορη με την ουκρανική ζώνη πυρός. Εάν υποτεθεί ότι η σημερινή Ρουμανία θα ήθελε να συμβεί κάτι τέτοιο, οπωσδήποτε θα πρέπει να εξασφαλίσει τη συμφωνία όχι μόνο της Ρωσίας, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών, που έχουν εμπλακεί ενεργά στην προσπάθεια διευθέτησης του Ουκρανικού, και μοιραίως, όλων των παρεπόμενων ζητημάτων που ίσως προκύψουν. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το δίλημμα της συμμετοχής ή μη της Ρουμανίας στο Συμβούλιο Ειρήνης, στην πραγματικότητα ίσως τελικά να συνδέθηκε με το μολδαβικό ‘ενωτικό’ αίτημα – με αποτέλεσμα το Βουκουρέστι να θέλει να δείξει όσο γίνεται καλύτερη διαγωγή προς τον Πρόεδρο Τραμπ και το δίδυμο Γουίκτοφ-Κούσνερ, ιδιαίτερο όσον αφορά το Ουκρανικό. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτά τα δεδομένα, ενώ η Ρουμανία είχε καθεστώς παρατηρητή, ο Πρόεδρος της χώρας, Νικουσόρ Νταν, έλαβε τον λόγο κατά την διάρκεια της συνεδρίασης του Συμβουλίου Ειρήνης, προσφέροντας τεχνική βοήθεια στη Γάζα και υποτροφίες φοίτησης σε ρουμανικά πανεπιστήμια για την παλαιστινιακή νεολαία του θύλακα. Η εικόνα του Προέδρου Νταν ήταν ταυτόσημη εκείνη των ηγετών των κρατών-μελών του Συμβουλίου Ειρήνης.
Τέλος, η Ελλάδα, αφού έλαβε την αμερικανική πρόσκληση, αρχικά έδειξε ότι θέλει να κερδίσει χρόνο ώσπου να λάβει τις αποφάσεις της και η επίσκεψη του Πρωθυπουργού Μητσοτάκη στην Ινδία χρησίμευσε ακριβώς σε αυτό. Η βολιδοσκόπηση των τάσεων στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σίγουρα φάνηκε χρήσιμη.
Η απόφαση της Κύπρου
Στην ειδική περίπτωση της Κύπρου, ευτυχώς ή δυστυχώς, υπεκφυγές δεν χωρούσαν. Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν η πρώτη χώρα, ήδη από τις πρώτες μέρες του πολέμου, να προσφέρει τα λιμάνια της να αποτελέσουν ‘γέφυρα’ μεταφοράς ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Γάζα, μέσω του Σχεδίου Αμάλθεια – και το ζήτημα της πρώτης συνεδρίασης του Συμβουλίου Ειρήνης, αφορούσε την Γάζα της ‘επόμενης μέρας’.
Θα ήταν, ενδεχομένως, βολικό να εκμεταλλευθεί το ‘θεσμικό άλλοθι’ της ανάληψης της Προεδρίας της ΕΕ κατά την τρέχουσα περίοδο και με αυτόν τον τρόπο η απάντησή της θα μπορούσε να ‘κρυφτεί’ πίσω από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Ωστόσο, με δεδομένη την ξεκάθαρη θεώρηση του «άσπρου ή μαύρου» της σημερινής διακυβέρνησης Τραμπ, ένα τέτοιο ‘άλλοθι’ θα ερμηνευόταν ως απόρριψη. Μία απόρριψη, που οπωσδήποτε δεν θα γινόταν αντιληπτή από τις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, που έχουν ήδη αναιρέσει το εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο, που θεωρούν ακόμα συζητήσιμο το Σχήμα 3+1, ή που έχουν λάβει σαφή μηνύματα εκ μέρους της Λευκωσίας ότι θα ήθελε να περιληφθεί σε ένα περιφερειακό σχήμα έμμεσης διασύνδεσής της με το ΝΑΤΟ. Μία κυπριακή απόρριψη δεν θα ήταν κατανοητή από τη σημερινή Ουάσιγκτον.
Προφανώς, η Λευκωσία έθεσε στον εαυτό της το ερώτημα εάν θα καταστεί μέλος του Συμβουλίου Ειρήνης, θα υπέσκαπτε το κύρος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, και ενδεχομένως τον ρόλο του στο Κυπριακό. Ωστόσο, η διέξοδος που της δινόταν με την παρουσία της στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης υπό το καθεστώς παρατηρητή, αναιρεί μία τέτοια εντύπωση.
Από την άλλη, το γεγονός ότι μεταξύ των μελών του Συμβουλίου Ειρήνης συγκαταλέγεται και το Κόσοβο, μία αποσχιστική διοικητική οντότητα που δεν είναι μέλος του ΟΗΕ και δεν αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος από την Κύπρο, δημιουργούσε το δίλημμα κατά πόσον, εισχωρώντας στο Συμβούλιο Ειρήνης ως μέλος, ή ακόμα και η παρουσία ως παρατηρητής, θα δημιουργούσε κάποιο διπλωματικό προηγούμενο εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι σαφές ότι, όσο υπάρχει τουρκική κατοχή, πάντα θα υπάρχει μία υποσημείωση που θα συνοδεύει την Κυπριακή Δημοκρατία, ως επίσης και η ανησυχία μίας ενδεχόμενης διεθνούς διπλωματικής αναβάθμισης της «ΤΔΒΚ». Ωστόσο, και άλλα μέλη του Συμβουλίου Ειρήνης συνεχίζουν να μην αναγνωρίζουν το Κόσοβο. Την ίδια στιγμή, πολλές άλλες χώρες-μέλη του Συμβουλίου δεν αναγνωρίζουν διπλωματικά η μία την άλλη. Τρανταχτά παραδείγματα είναι οι περιπτώσεις της Ινδονησίας, του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας, που δεν αναγνωρίζουν διπλωματικά το Ισραήλ, παρότι είναι και αυτό μέλος του Συμβουλίου.
Η καταλληλότερη διέξοδος
Η Κύπρος δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η παρούσα αμερικανική διακυβέρνηση έχει δώσει επανειλημμένως ‘ψήφο εμπιστοσύνης’ στον τουρκικό περιφερειακό παράγοντα σε περιφερειακά ζητήματα κομβικής σημασίας. Η επιρροή της Άγκυρας στη Συρία του προσωρινού Προέδρου Αλ-Σάρα και η ξαφνική απόκτηση της ιδιότητας της ‘εγγυήτριας χώρας’ για την εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου στη Γάζα, αποτελούν καθαρά αμερικανικές επιλογές. Μία κυπριακή απουσία, θα εκλαμβανόταν από την Τουρκία και από συγκεκριμένα ευήκοα ώτα στην Ουάσιγκτον ως επιβεβαίωση του τουρκικού αφηγήματος της «εκλιπούσας Διοίκησης των Ρωμιών της Νότιας Κύπρου». Δεν υπάρχει κανένας λόγος η Κυπριακή Δημοκρατία να τροφοδοτεί με δικές της πράξεις ή παραλείψεις την επιχειρηματολογία των αντιπάλων της. Είναι τόσο απλό.
Λαμβάνοντας όλα αυτά υπ’όψιν, η Κύπρος ήταν υποχρεωμένη να έχει παρουσία στην πρώτη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ειρήνης. Υπό τις παρούσες δύσκολες διεθνείς συγκυρίες, η επιλογή να παραστεί υπό το καθεστώς του παρατηρητή, έδωσε την καταλληλότερη διέξοδο.