Οι προεκτάσεις της συμμετοχής της Κύπρου στο νεοσυσταθέν Συμβούλιο της Ειρήνης υπό τις ΗΠΑ και οι πιθανές επιπτώσεις για το Κυπριακό από τη σκοπιά του διεθνούς δικαίου
Την Παρασκευή, κληθείς από το Omega σχολιάσει τη συμμετοχή της Κύπρου ως παρατηρητής στο Συμβούλιο της Ειρήνης, ο Υπουργός Εξωτερικών δήλωσε ότι «ως χώρα της περιοχής θα ήταν ασυνεπές να μην είμαστε παρόντες». Δήλωση η οποία φανερώνει δύο τινά για την επιλογή που έκανε η Κυβέρνηση. Αφενός, ότι πρόκειται για απόφαση που ενδέχεται να μην έλαβε σοβαρά υπόψη τον παράγοντα διεθνές δίκαιο. Αφετέρου ότι η συνέπεια την οποία επικαλέστηκε ο κ. Κόμπος, δεν αφορά την πρόταση έξι σημείων του Προέδρου της Δημοκρατίας που κατατέθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, η αναφορά της οποίας θα δικαιολογούσε την επίκληση στη συνέπεια.
Όπως όλα δείχνουν, πρόκειται για συνειδητή επιλογή εξωτερικής πολιτικής, η οποία μοιάζει να στηρίζεται στη σύσφιξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ, με κάθε κόστος, με αντάλλαγμα την αναθέρμανση του αμερικανικού ενδιαφέροντος στο Κυπριακό. Μία τέτοια επιλογή φυσιολογικά δημιουργεί δύο ερωτήματα που η κυβέρνηση θα πρέπει να απαντήσει ευθαρσώς και χωρίς περιστροφές: Πρώτον, αν η προσπάθεια για αμερικανική εμπλοκή αποτελεί υποκατάστατο του ρόλου των Ηνωμένων Εθνών. Δεύτερο, αν έχει εγκαταλειφθεί το διεθνές δίκαιο ως το θεμέλιο στήριγμα των προσπαθειών της ελληνοκυπριακής πλευράς για λύση του Κυπριακού.
Ένα αμφιλεγόμενο θεσμικό πλαίσιο
Τον περασμένο Σεπτέμβριο η ίδρυση του Συμβουλίου περιλαμβανόταν στο πλάνο Τραμπ για τη Γάζα. Θεσμοθετήθηκε από τον ίδιο τον ΟΗΕ τον περασμένο Νομέβριο με το ψήφισμα 2803 του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το ψήφισμα αποτελεί το θεμέλιο λίθο του Συμβουλίου της Ειρήνης καλωσορίζοντας την εγκαθίδρυσή του «ως μεταβατική διοίκηση με διεθνή νομική προσωπικότητα, η οποία θα καθορίσει το πλαίσιο και θα συντονίσει τη χρηματοδότηση για την ανασυγκρότηση της Γάζας».
Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ όρισε την ανοικοδόμηση της Γάζας και την ανάληψη από το Συμβούλιο της Ειρήνης της ευθύνης για τη μεταβατική περίοδο. Όταν όμως το Συμβούλιο πήρε σάρκα και οστά τον Ιανουάριο με την ανακοίνωση του καταστατικού του, ο ΟΗΕ βρέθηκε ενώπιον ενός προδιαγραφόμενου τετελεσμένου. Όχι μόνο δεν υπάρχει καμία αναφορά στη Γάζα, αλλά ούτε και στην εντολή που έχει από τον ΟΗΕ, αλλά υπονομεύει τον Οργανισμό από την πρώτη πρόταση του προοιμίου: «Δηλώνοντας ότι η διαρκής ειρήνη απαιτεί ρεαλιστική κρίση, λύσεις κοινής λογικής και το θάρρος να απομακρυνθούμε από προσεγγίσεις και θεσμούς που έχουν αποτύχει πάρα πολλές φορές». Στο ίδιο προοίμιο, λίγες γραμμές πιο κάτω, τονίζεται η «ανάγκη για έναν πιο ευέλικτο και αποτελεσματικό διεθνή οργανισμό για την οικοδόμηση της ειρήνης».
Ο Ντόναλντ Τραμπ και οι συν αυτώ φρόντισαν, αφού έλαβαν το περίβλημα νομιμοποίησης που χρειάζονταν από τον ΟΗΕ, να τον υπονομεύσουν και ακολούθως να χρίσουν εαυτό [Το Συμβούλιο της Ειρήνης] ως αντικαταστάτη. Εντύπωση προκαλούν οι πρόνοιες του καταστατικού του Συμβουλίου που καθιστούν τον Πρόεδρό του -με ονομαστική αναφορά στον Ντόναλντ Τραμπ- περίπου ως μονάρχη, τόσο ως προς τη διάρκεια της θητείας του, τη διαδοχή και τις αρμοδιότητές του, καταστρατηγώντας κάθε έννοια δημοκρατικής τάξης.
Μοιραία ο γ.γ του Οργανισμού, έσπευσε να δηλώσει ότι «τα παγκόσμια προβλήματα δε θα λυθούν από μία και μόνο δύναμη που κάνει κουμάντο», για να τον ακολουθήσει ο Εκπρόσωπος Τύπου, Στέφαν Ντούζαρικ, που τόνισε ότι ο ΟΗΕ «παραμένει ο μοναδικός διεθνής οργανισμός με καθολική συμμετοχή». Ειδικοί σχολίασαν ότι το Συμβούλιο δεν έχει τίποτα να κάνει με τη Γάζα παρά μόνο να αντικαταστήσει τον ΟΗΕ. Υποστήριξαν ότι μοιάζει με ιδιωτικοποιημένο ΟΗΕ με τον Ντόναλντ Τραμπ ως τον μοναδικό μέτοχο. «[Το Συμβούλιο] επηρεάζει επικίνδυνα στη διεθνή τάξη», είπε πιο γλαφυρά από όλους ο Σλοβένος Πρωθυπουργός. Εξάλλου, ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει αμφισβητήσει δημοσίως και επανειλημμένα τον ΟΗΕ στο παρελθόν, αποχωρώντας από σωρεία Οργανισμών που υπάγονται σε αυτόν, ενώ η άρνησή του να πληρώσει όσα αναλογούν στις ΗΠΑ, οδηγούν -το μοναδικό αποκούμπι της Κύπρου- σε κρίση και ακόμη περισσότερο μαρασμό.
Τι λέει το Διεθνές Δίκαιο;
Βασική πηγή του δημόσιου διεθνούς δικαίου είναι το λεγόμενο εθιμικό δίκαιο, που στηρίζεται σε δύο βασικές αρχές. Μία σταθερή πρακτική που διακατέχεται από την αντίληψη ότι πρόκειται για κάτι που επιβάλλεται από το νόμο. Με πιο απλά λόγια, το εθιμικό δίκαιο είναι οποιαδήποτε πρακτική που εφαρμόζουν τα κράτη με την πεποίθηση ότι πρόκειται για κάτι εντός της διεθνούς νομιμότητας. Αυτή η πρακτική, όταν εδραιωθεί και καθιερωθεί με πρακτική επίδραση στο διεθνές στερέωμα, δημιουργεί προηγούμενο που γίνεται αποδεκτό και εντέλει, νόμος.
Υπό αυτό το πρίσμα είναι που αντικρίζουν με ανησυχία αναλυτές, σχολιαστές, διπλωμάτες και πολιτικοί αξιωματούχοι το πλαίσιο στο οποίο εγκαθιδρύθηκε το Συμβούλιο της Ειρήνης. Όταν στόχος του είναι να λειτουργήσει ως υποκατάστατο του ΟΗΕ, και σε αυτό συμμετέχουν κράτη έχοντας την πεποίθηση ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του έδωσε την απαραίτητη νομιμότητα, τυχόν έμπρακτη διεύρυνση της δράσης του Συμβουλίου πέραν της Γάζας, επισκιάζοντας τον ΟΗΕ, θα ενσαρκώσει στο έπακρο αυτές τις ανησυχίες.
Οι ορατές επιπτώσεις στο Κυπριακό
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όπου τίθεται σε αμφισβήτηση η διεθνής έννομη τάξη, η συμμετοχή της Κύπρου, έστω ως παρατηρητής, έστω και υπό τη διευκρίνηση ότι η συμμετοχή της περιορίζεται μόνο σε ό,τι αφορά τη Γάζα, προκαλεί ερωτηματικά όσο και ανησυχίες. Η συμμετοχή της Κύπρου σε ένα ρεύμα που κατευθύνεται ή έστω στοχεύει προς ένα νέο εθιμικό δίκαιο, που υποδηλοί υπόσκαψη του ΟΗΕ, δημιουργεί ενδεχομένως κινδύνους που αντανακλούν και στο Κυπριακό. Διότι, είναι πιθανό τα Ηνωμένα Έθνη να βλέπουν την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας ως συμμετέχουσα σε μία προσπάθεια υπονόμευσης της διεθνούς τους υπόσταση. Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι εύλογη η ανησυχία ότι κάτι τέτοιο θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στο ρόλο του Οργανισμού στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.
Η κίνηση της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη να συμμετάσχει στο Συμβούλιο της Ειρήνης, αντανακλά μία περίοδο κρίσης στις σχέσεις της με τον ΟΗΕ, η οποία δεν έχει ακόμη φτάσει στη χειρότερη της καμπή. Και η οποία θα μπορούσε να επιταχυνθεί μετά από αυτή την εξέλιξη. Δεν είναι τυχαίο, που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επιχείρησε να διασκεδάσει τις ανησυχίες. Γνωρίζει ότι στον ΟΗΕ δεν είδαν με καλό μάτι την απόφαση, και δεν αποκλείεται να συνδέεται με τη νέα διαφαινόμενη στασιμότητα στο κυπριακό. Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία ότι η εξωτερική της πολιτική έχει ως βασικό πυλώνα την εμβάθυνση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Η πρόσφατη συνέντευξη το υπουργού Εξωτερικών στο Breitbart, ένα από τα πλέον φίλια προς τον Ντόναλντ Τραμπ ΜΜΕ, φανερώνει επίσης μία ροπή στην αναζήτηση στήριξης από τη συγκεκριμένη αμερικανική διακυβέρνηση, ελπίζοντας ότι ο αναθεωρητισμός του Τραμπ θα είναι πιο αποτελεσματικός για την επίτευξη των στόχων της Λευκωσίας.
Συνεπώς, θα πρέπει να διερωτηθεί συλλογικά η ελληνοκυπριακή πλευρά, αν είναι βέβαιη ότι η ανάγκη για μια πρόσκαιρη σημασία από τις ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ ζυγίζει περισσότερο από το συμφωνημένο πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού μέσω του ΟΗΕ; Εφόσον πρωτίστως απαντήσει η Κυβέρνηση, ξεκαθαρίζοντας έχει ασθενήσει η ευθυγράμμιση με τις βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου, όπως εκφράζονται από τον Οργανισμό.