Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν φαίνεται να εξελίσσεται όχι μόνο στο στρατιωτικό πεδίο αλλά και στο επίπεδο της στρατηγικής επικοινωνίας
Η σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν φαίνεται να εξελίσσεται όχι μόνο στο στρατιωτικό πεδίο αλλά και στο επίπεδο της στρατηγικής επικοινωνίας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας, η αμερικανική πλευρά προβάλλει συστηματικά την εικόνα του απόλυτου κυρίαρχου στο πεδίο των επιχειρήσεων. Η εξόντωση του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, μέσα σε λίγες ώρες από την έναρξη των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τις στοχευμένες επιθέσεις κατά ανώτερων στελεχών του ιρανικού καθεστώτος και την καταστροφή ναυτικών μονάδων, όπως η πρόσφατη βύθιση ιρανικής φρεγάτας, δημιουργούν μια σαφή εικόνα στρατιωτικής υπεροχής.
Οι εικόνες από την χρήση προηγμένων όπλων μεγάλης εμβέλειας, αλλά και η ταχύτητα των επιχειρήσεων, συμβάλλουν στην εμπέδωση μιας συγκεκριμένης αφήγησης. Πρώτον, ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους μπορούν να πλήξουν στόχους όπου και όποτε το επιλέξουν. Δεύτερον, ότι οι απώλειες των αμερικανικών δυνάμεων είναι περιορισμένες. Τρίτον, ότι το Ιράν δεν διαθέτει την επιχειρησιακή ικανότητα να απειλήσει σοβαρά τις αμερικανικές δυνάμεις. Και τέταρτον, ότι το οπλοστάσιο της Δύσης παραμένει επαρκές, χωρίς προβλήματα αποθεμάτων.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα ισχύος διαφαίνονται και ορισμένα ερωτήματα. Η χρονική συγκυρία των επαφών της αμερικανικής κυβέρνησης με εκπροσώπους της αμυντικής βιομηχανίας, καθώς και οι εκκλήσεις που είχαν διατυπωθεί ήδη από τον Ιανουάριο για αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών και εξοπλισμών, δημιουργούν αμφιβολίες τόσο για την πιθανή διάρκεια της σύγκρουσης όσο και για το πραγματικό επίπεδο των στρατιωτικών αποθεμάτων.
Παρά την δραματική εξέλιξη που σηματοδότησε ο θάνατος του Χαμενεΐ, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφεύγουν μέχρι στιγμής να εμφανίσουν την πλήρη ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ως βασικό στόχο της επιχείρησης. Άλλωστε, σύμφωνα με εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών που είχαν αποκαλυφθεί σε δημοσιεύματα των «New York Times», η πλήρης κατάρρευση της θεοκρατικής εξουσίας θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς ευρείας κλίμακας χερσαία στρατιωτική επέμβαση.
Μέχρι στιγμής, ούτε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ούτε ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχουν αποκλείσει εντελώς το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης στρατιωτικής παρουσίας στο ιρανικό έδαφος. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή δεν φαίνεται να αποτελεί προτεραιότητα. Αντίθετα, το πιο ρεαλιστικό σενάριο για την Ουάσιγκτον θα ήταν η ανάδειξη μιας νέας, περισσότερο μετριοπαθούς ηγετικής ομάδας μέσα από το ίδιο το καθεστώς.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιτρέψει στην Τεχεράνη να αναγνωρίσει την στρατιωτική της αδυναμία, να τερματίσει την σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ και ταυτόχρονα να διατηρήσει τον έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας. Σε αντάλλαγμα, η νέα ηγεσία θα ήταν πιθανό να υποχρεωθεί να αποδεχθεί σκληρούς όρους που θα διασφαλίζουν ότι το Ιράν δεν θα αποτελεί στο μέλλον στρατηγική απειλή.
Από την πλευρά του, το Ιράν φαίνεται να επιλέγει μια εντελώς διαφορετική στρατηγική. Καθώς δεν μπορεί να επιτύχει στρατιωτική υπεροχή έναντι των ΗΠΑ, επιδιώκει να παρατείνει όσο το δυνατόν περισσότερο την διάρκεια του πολέμου και να επεκτείνει την σύγκρουση σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η κλιμάκωση στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις των χωρών του Κόλπου εντάσσονται σε αυτή τη λογική.
Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου αποτελεί ήδη έναν παράγοντα πίεσης. Ορισμένες εκτιμήσεις από κράτη του Κόλπου κάνουν λόγο ακόμη και για πιθανή εκτίναξη της τιμής στα 150 δολάρια το βαρέλι σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης. Ένα τέτοιο σενάριο θα είχε σημαντικές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Παράλληλα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, έχει ανοίξει και μια θεσμική συζήτηση σχετικά με τον βαθμό ενημέρωσης και συμμετοχής του Κογκρέσου στην απόφαση για την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Αν και η κυβέρνηση Τραμπ επικαλείται διατάξεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια και δίνουν στον πρόεδρο αυξημένες εξουσίες, ορισμένοι νομοθέτες υποστηρίζουν ότι το Κογκρέσο θα έπρεπε να έχει πιο ενεργό ρόλο.
Στην πράξη, ακόμη και αν το Κογκρέσο επιχειρούσε να περιορίσει τις προεδρικές αρμοδιότητες, μια τέτοια προσπάθεια θα συναντούσε σοβαρά εμπόδια. Ο πρόεδρος διαθέτει το δικαίωμα βέτο και η υπέρβασή του απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, κάτι που με την σημερινή πολιτική σύνθεση θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολο.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο χρόνος φαίνεται να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για όλες τις πλευρές. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η πρόκληση είναι να διατηρήσουν την εικόνα της στρατιωτικής υπεροχής χωρίς να εμπλακούν σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο. Για το Ιράν, ο στόχος είναι ακριβώς ο αντίθετος: να παρατείνει την σύγκρουση αρκετά ώστε το πολιτικό και οικονομικό κόστος να καταστεί δυσβάστακτο για την Ουάσιγκτον.