Από τον Μοχάμεντ Άλι μέχρι την εθνική γυναικών του Ιράν
Ο αθλητισμός συχνά παρουσιάζεται ως ένας χώρος που ξεπερνά την πολιτική και ενώνει τους λαούς. Στην πραγματικότητα όμως, πολλές φορές βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών συγκρούσεων. Σε αυταρχικά καθεστώτα ή σε περιόδους έντονων κοινωνικών εντάσεων ,όπως ο πόλεμος που ζούμε, οι αθλητές καλούνται να πάρουν θέση και συχνά πληρώνουν βαρύ τίμημα για αυτό.
Η πρόσφατη στάση αθλητριών της εθνικής ομάδας γυναικών του Ιράν, που αρνήθηκαν να τραγουδήσουν τον εθνικό ύμνο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την καταπίεση των γυναικών στη χώρα, έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτό το φαινόμενο. Οι παίκτριες δέχθηκαν σοβαρές απειλές, ακόμη και για τη ζωή τους. Κάποιοι φανατικοί ζήτησαν την εκτέλεση τους όταν επιστρέψουν από την Αυστραλία στη χώρα τους. Μετά από παρέμβαση του έκπτωτου Σάχη του Ιράν Ρέζα Παχλαβί αλλά και του Ντόναλντ Τράμπ, κάποιες ζήτησαν και πήραν άσυλο από τις αυστραλιανές αρχές ενώ οι υπόλοιπες επέστρεψαν στη χώρα τους, σε ένα θρίλερ που εκτυλίχθηκε την εβδομάδα που μας πέρασε. Η κίνησή των ποδοσφαιριστριών του Ιράν δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Η ιστορία του αθλητισμού είναι γεμάτη παραδείγματα αθλητών που τόλμησαν να υψώσουν τη φωνή τους απέναντι στην εξουσία.
Ο αλύγιστος Μοχάμεντ Άλι
Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι ο μεγαλύτερος πυγμάχος όλων των εποχών, ο Μοχάμεντ Άλι, γεννημένος ως Κάσιους Κλέι που ασπάστηκε το Ισλάμ και άλλαξε το όνομα του. Στη δεκαετία του 1960 αρνήθηκε να καταταγεί στον στρατό των Ηνωμένων Πολιτειών για τον πόλεμο του Βιετνάμ, δηλώνοντας ότι οι θρησκευτικές και ηθικές του αρχές δεν του επέτρεπαν να πολεμήσει. Η απόφασή του είχε σοβαρές συνέπειες: του αφαιρέθηκε ο παγκόσμιος τίτλος βαρέων βαρών, αποκλείστηκε από την πυγμαχία για χρόνια και καταδικάστηκε σε φυλάκιση, ωστόσο η απόφαση τελικά ανετράπη στο Ανώτατο Δικαστήριο. Παρά το προσωπικό κόστος, ο Άλι έμεινε στην ιστορία ως σύμβολο θάρρους και πολιτικής συνείδησης.
Black Power στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού το 1968
Αντίστοιχα ισχυρό μήνυμα έστειλαν οι Αμερικανοί σπρίντερ των 200 μέτρων Tόμι Σμίθ και Τζόν Κάρλος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1968 στο Mεξικό. Κατά την απονομή των μεταλλίων σήκωσαν τη γροθιά τους φορώντας το χαρακτηριστικό μαύρο γάντι, σύμβολο ένδειξης διαμαρτυρίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η εικόνα τους έγινε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα πολιτικής διαμαρτυρίας στον αθλητισμό. Ωστόσο, η πράξη τους είχε άμεσες συνέπειες: αποβλήθηκαν από τους Αγώνες και για χρόνια αντιμετώπισαν επαγγελματικό και κοινωνικό αποκλεισμό.Την ίδια τιμωρία έχει και ο λευκός Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν που ανέβηκε μαζί τους στο βάθρο και στάθηκε πλάι τους δίχως κανένα φόβο. Όταν το 2006 ο Νόρμαν πέθανε, ο Κάρλος και Σμίθ ήταν εκεί για να κουβαλήσουν το φέρετρο του, για το κατευόδιο στον άνθρωπο που διαφύλαξε την αξιοπρέπεια της ανθρώπινης φυλής.
Ο επικηρυγμένος από τον Ερντογάν, Ενές Καντέρ
Σε άλλες περιπτώσεις, οι διώξεις προέρχονται από αυταρχικά καθεστώτα που δεν ανέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ένα σύγχρονο παράδειγμα είναι ο Τούρκος μπασκετμπολίστας Eνές Καντέρ. Ο πρώην παίκτης του NBA έχει επικρίνει δημόσια τον πρόεδρο της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν για ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι δηλώσεις του οδήγησαν σε έντονες αντιδράσεις από την τουρκική κυβέρνηση, ενώ εκδόθηκε και ένταλμα σύλληψης εις βάρος του, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος τον επικήρυξε ως Γκιουλενιστή-τρομοκράτη για 500.000 δολάρια. Ο ίδιος ζει ουσιαστικά σε εξορία στις ΗΠΑ, μακριά από τη χώρα του και την οικογένεια του.
Ο Τζέσε Όουενς που ταπείνωσε τον Χίτλερ
Η πολιτική πίεση προς τους αθλητές δεν είναι νέο φαινόμενο. Στη ναζιστική Γερμανία, το καθεστώς του Αδόλφου Χίτλερ, χρησιμοποίησε τον αθλητισμό ως εργαλείο προπαγάνδας. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1936 στο Bερολίνο αποτέλεσαν μια τεράστια σκηνή για την προβολή της ναζιστικής ιδεολογίας. Παρά τα σχέδια του καθεστώτος, ο μαύρος Αμερικανός αθλητής Τζέσε Όουενς κατέρριψε τα φυλετικά στερεότυπα κατακτώντας τέσσερα χρυσά μετάλλια και ταπείνωσε τους Ναζί μέσα στο σπίτι τους, προκαλώντας τεράστια διεθνή αίσθηση.
Οι αθλητές σε ομηρία σε Βόρεια Κορέα και Μέση Ανατολή
Σε ακόμη πιο κλειστά καθεστώτα, όπως αυτό της Βόρειας Κορέας, ο αθλητισμός παραμένει αυστηρά ελεγχόμενος από το κράτος. Οι επιτυχίες των αθλητών χρησιμοποιούνται ως μέσο προβολής του καθεστώτος, ενώ η αποτυχία μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την καριέρα ή ακόμη και την προσωπική τους ζωή. Η μη κατάκτηση μεταλλίου ή ακόμα και η αλληλεπίδραση με Νοτιοκορεάτες συναθλητές τους, περιλαμβάνουν κυρώσεις που φτάνουν ακόμη και σε καταναγκαστικά έργα! Παρόμοιες πιέσεις αντιμετωπίζουν και αθλητές στη Μέση Ανατολή. Στο Ιράν, οι αθλητές καλούνται συχνά να συμμορφώνονται με πολιτικές και θρησκευτικές επιταγές. Όταν αρνούνται, οι συνέπειες μπορεί να είναι δραματικές, από αποκλεισμό μέχρι φυλάκιση ή απειλές για τη ζωή τους. Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν ότι ο αθλητισμός δεν είναι ποτέ πλήρως αποκομμένος από την κοινωνία και την πολιτική. Οι αθλητές, ως δημόσια πρόσωπα με τεράστια επιρροή, συχνά βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων.
Οι ιστορίες του Μοχάμεντ Άλι, των Σμιθ και Κάρλος, του Ενές Καντέρ και των αθλητριών του Ιράν υπενθυμίζουν ότι η αθλητική αρένα μπορεί να γίνει χώρος αντίστασης. Κάθε φορά που ένας αθλητής υψώνει τη φωνή του απέναντι στην αδικία, ρισκάρει όχι μόνο την καριέρα του αλλά και την προσωπική του ασφάλεια.
Και όμως, αυτές οι πράξεις είναι που δίνουν στον αθλητισμό το βαθύτερο νόημά του.
Δεν είναι μόνο τα μετάλλια και τα ρεκόρ που μένουν στην ιστορία. Είναι το θάρρος, η αξιοπρέπεια και η αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί κανείς τις αξίες του, ακόμη και όταν το τίμημα είναι βαρύ. Ο αθλητισμός, τελικά, δεν είναι μόνο παιχνίδι. Είναι και μια μορφή ελευθερίας και για ορισμένους αθλητές, μια πράξη αντίστασης απέναντι στην εξουσία.