weather widget icon
9.8 °C
ΔΕΥΤΕΡΑ
16.03.2026 0:02
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

Σε μια σύγχρονη οικονομία η συνέπεια στις οικονομικές υποχρεώσεις δεν μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα

Στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια και τις εκποιήσεις, ένα στοιχείο απουσιάζει σχεδόν πάντα: η φωνή των συνεπών. Εκείνων δηλαδή που, παρά τις δυσκολίες των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων — την οικονομική κρίση, την πανδημία, τον πληθωρισμό και την αύξηση των επιτοκίων — συνέχισαν να πληρώνουν τις υποχρεώσεις τους.

Καλύπτοντας διαχρονικά τα τεκταινόμενα της κυπριακής οικονομίας, θυμάμαι να δημιουργούνται διαρκώς «Σύνδεσμοι». Κουρεμένων καταθετών, κατόχων αξιογράφων, παλιών μετόχων τραπεζών, χαλουμιού και αντι-χαλουμιού, δανειοληπτών και δανειζόμενων, λιανικού εμπορίου, κτλ κτλ. Και είναι πολλά τα κτλ. Τακτική βέβαια που είναι θεμιτή και εφαρμόζεται διεθνώς. Όσοι έχουν κάποιο παράπονο ή κάποια διεκδίκηση οργανώνονται για να έχουν πιο ισχυρή φωνή. Το δυστύχημα είναι πως στην Κύπρο όσοι φωνάζουν συνήθως παίρνουν αυτό που θέλουν, ασχέτως των γενικότερων επιπτώσεων.

Advertisement

Ίσως λοιπόν να άξιζε να σκεφτούμε, έστω και θεωρητικά, τι θα συνέβαινε αν δημιουργείτο ένας Σύνδεσμος Συνεπών Δανειοληπτών και Φορολογουμένων. Ένας φορέας που θα εκπροσωπούσε όχι αυτούς που δεν πληρώνουν, αλλά αυτούς που πληρώνουν σταθερά και νοικοκυρεμένα.

Αν υπήρχε ένας τέτοιος σύνδεσμος, το καταστατικό του πιθανότατα θα ξεκινούσε με μια απλή αρχή: Σε μια σύγχρονη οικονομία η συνέπεια στις οικονομικές υποχρεώσεις δεν μπορεί να αποτελεί μειονέκτημα.

Πρώτος στόχος του θα ήταν να υπενθυμίζει κάτι που συχνά όλοι ξεχνούν στον δημόσιο διάλογο. Ότι κάθε πολιτική απόφαση έχει κόστος και αυτό το κόστος καταλήγει σχεδόν πάντα στους ίδιους ανθρώπους. Στους φορολογούμενους και στους συνεπείς δανειολήπτες. Όταν για παράδειγμα οι διαδικασίες ανάκτησης χρέους καθυστερούν επ’ αόριστον ή όταν δημιουργούνται συνεχώς νέες εξαιρέσεις και αναστολές, το αποτέλεσμα είναι ένα υψηλότερο κόστος κινδύνου για το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και το κόστος αυτό μεταφράζεται τελικά σε ακριβότερα δάνεια για όλους.

Advertisement

Ένας δεύτερος στόχος θα ήταν η προάσπιση της ισορροπίας μεταξύ κοινωνικής προστασίας και οικονομικής λογικής. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι τα πραγματικά ευάλωτα νοικοκυριά πρέπει να στηρίζονται. Και ήδη στηρίχθηκαν με στοχευμένα κρατικά σχέδια, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη ανταπόκριση (γιατί άραγε;). Όμως, η οριζόντια προστασία χωρίς διάκριση, ιδιαίτερα όταν αφορά περιπτώσεις στρατηγικών κακοπληρωτών, δημιουργεί μια βαθιά αίσθηση αδικίας για όσους συνεχίζουν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους.

Ο σύνδεσμος αυτός, αν υπήρχε, πιθανότατα θα ζητούσε επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια γύρω από τα πραγματικά δεδομένα του ιδιωτικού χρέους. Συχνά η δημόσια συζήτηση βασίζεται σε αποσπασματικά στοιχεία ή σε ερμηνείες που εξυπηρετούν πολιτικές σκοπιμότητες. Μια σοβαρή προσέγγιση θα απαιτούσε πλήρη εικόνα για το ποιοι είναι οι δανειολήπτες, πόσο χρονίζουν οι οφειλές και ποιο ποσοστό αφορά περιπτώσεις που δεν έχουν πληρώσει ούτε μία δόση εδώ και δεκαετίες αλλά ξοδεύουν χιλιάδες σε δικηγόρους και «συμβούλους».

Advertisement

Υπάρχει όμως και μια άλλη πτυχή που μέχρι σήμερα δεν απασχόλησε σχεδόν κανέναν στον δημόσιο διάλογο. Αυτή αφορά στη ποιότητα των λύσεων που δίνονται. Είτε πρόκειται για συναινετικούς διακανονισμούς, είτε για αποπληρωμές, είτε για εκποιήσεις, κανείς δεν έχει εξετάσει συστηματικά αν οι λύσεις που επιτυγχάνονται είναι πράγματι δίκαιες και ισορροπημένες. Είναι δίκαιες οι ρυθμίσεις για τον δανειολήπτη και τον πιστωτή; Αντικατοπτρίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση των εμπλεκόμενων; Δημιουργούν βιώσιμες λύσεις ή απλώς μεταθέτουν το πρόβλημα στο μέλλον; Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη αξιολόγηση αυτών των ζητημάτων. Την απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα θα έπρεπε να αναζητήσει εδώ και καιρό η πολιτεία και ειδικά η Βουλή που συνεχώς σπεύδει να ασχοληθεί με το θέμα. Αντίθετα, ασχολείται μόνο με διαδικαστικά ζητήματα και αντί να βοηθά καταλήγει σε λύσεις που απλώς παρατείνουν το πρόβλημα. Καλό είναι να γνωρίζουν πως οι παρατάσεις και οι καθυστερήσεις επιβαρύνουν και τους δανειζόμενους γιατί αυξάνεται το κόστος διαχείρισης του πιστωτή και μπαίνουν νέοι τόκοι. Άρα, αν κάποιος δανειζόμενος που ήταν κοντά σε διακανονισμό αποφασίσει να μην προχωρήσει γιατί πείστηκε πως η Βουλή μπορεί ως διά μαγείας να διαγράψει το χρέος του, μάλλον τον Δεκέμβρη θα βρεθεί προ εκπλήξεως και θα δει ότι χρωστά μερικές χιλιάδες περισσότερα.

Ίσως όμως ο πιο σημαντικός στόχος ενός τέτοιου συνδέσμου θα ήταν να υπενθυμίζει διαρκώς ότι οι πόροι μιας χώρας είναι περιορισμένοι. Τα χρήματα που καταλήγουν να καλύπτουν καθυστερήσεις, στρεβλώσεις ή πολιτικές αποφάσεις θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν διαφορετικά. Σε καλύτερες υπηρεσίες υγείας, σε ισχυρότερη δημόσια εκπαίδευση, σε πιο αποτελεσματική κοινωνική πρόνοια για όσους πραγματικά την χρειάζονται. Ακόμα και σε αγορές ή επιδοτήσεις αμυντικού εξοπλισμού για να καλύψουμε και τους πιο εθνικόφρονες.

Η οικονομική σταθερότητα δεν οικοδομείται μόνο με νόμους και ρυθμίσεις. Απαιτεί και μια βασική κοινωνική συμφωνία η οποία προβλέπει ότι οι κανόνες ισχύουν για όλους και ότι η συνέπεια δεν τιμωρείται, αντίθετα επιβραβεύεται.

Advertisement

Ίσως λοιπόν η ιδέα ενός Συνδέσμου Συνεπών Δανειοληπτών και Φορολογουμένων να μην είναι απλώς μια θεωρητική άσκηση. Θα λειτουργεί ως μία συνεχής υπενθύμιση ότι υπάρχει και μια μεγάλη σιωπηλή πλειοψηφία πολιτών. Εκείνοι που συνεχίζουν να πληρώνουν.

Και εδώ βρίσκεται ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική διάσταση του ζητήματος. Ενόψει εκλογών, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πόσοι θα εγγράφονταν σε έναν τέτοιο σύνδεσμο. Πιθανότατα εννέα στους δέκα Κύπριους. Διότι η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας είναι συνεπείς πολίτες. Πληρώνουν τα δάνειά τους, πληρώνουν τους φόρους τους και το μόνο που αναμένουν είναι δίκαιη αντιμετώπιση και ίσους κανόνες για όλους.

Καλό θα ήταν επίσης να ξέραμε αν οι βουλευτές που κόπτονται για τις εκποιήσεις έχουν συγκρουόμενα συμφέροντα αλλά ακόμα είμαστε πολύ πίσω για κάτι τέτοιο.

Advertisement