Mε την Πράσινη Γραμμή να τη χωρίζει στα δύο, η -παλιά- Λευκωσία αποτελεί ένα εντυπωσιακό παλίμψηστο εποχών που έλκει το ενδιαφέρον ντόπιων και ξένων
Η Λευκωσία, μια πόλη με βαθιές ρίζες στον χρόνο, στέκει σήμερα ως ζωντανό μνημείο πολιτισμών και εποχών. Η αρχαιολογική έρευνα έχει εντοπίσει ίχνη αρχαίων οικισμών στην περιοχή εντούτοις παραμένει ασαφές το πότε ακριβώς καθιερώθηκε το σημερινό της όνομα και πότε αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα της Κύπρου. Πάντως υπάρχουν σημαντικά τεκμήρια ότι κατά τα ύστερα βυζαντινά χρόνια η πόλη ήδη φιλοξενούσε την κεντρική διοίκηση του νησιού. Η γεωγραφική της θέση την προστάτευε από θαλάσσιες επιδρομές, οι οποίες ήταν συνηθισμένες λόγω της αδυναμίας της αυτοκρατορίας να επιβάλει τον έλεγχό της στην ανατολική Μεσόγειο.
Η ιστορική πορεία της πόλης άλλαξε δραματικά στα τέλη του 12ου αιώνα με την επεισοδιακή άφιξη του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου στο νησί και την επικράτηση της δυναστείας των Λουζινιανών. Από μια βυζαντινή επαρχία δευτερεύουσας σημασίας, η Κύπρος μετατράπηκε σε αυτόνομο βασίλειο με κέντρο τη Λευκωσία, που πλέον έγινε γνωστή ως Nicosia. Η πόλη γνώρισε περίοδο ακμής: ευγενείς, ιππότες και ιεράρχες κατέφθαναν από τους Αγίους Τόπους, ενώ ο αστικός της ιστός εμπλουτίστηκε με εντυπωσιακά κτίσματα – εκκλησίες, μοναστήρια, βασιλικά συγκροτήματα. Αν και οι μεσαιωνικές πηγές ενίοτε υπερβάλλουν, οι αναφορές για 250 εκκλησίες και πληθυσμό 50.000 κατοίκων στα τέλη του 15ου αιώνα μαρτυρούν μια δυναμική και πολυάριθμη πόλη.
Η ομαλή μετάβαση από τη φραγκική στη βενετική κυριαρχία τον 16ο αιώνα συνοδεύτηκε από ένα ευρύ πρόγραμμα ανασχεδιασμού της πόλης. Οι Βενετοί, εν όψει της οθωμανικής απειλής, ανοικοδόμησαν τα νέα κυκλικά τείχη με έντεκα προμαχώνες και τρεις πύλες. Μεγάλο μέρος της υστερομεσαιωνικής αρχιτεκτονικής δεν επιβίωσε, όμως ορισμένα μνημεία αντιστάθηκαν στη φθορά του χρόνου. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας, που μετά την οθωμανική κατάκτηση μετατράπηκε σε τέμενος και παραμένει έως σήμερα το εντυπωσιακότερο κτίσμα της εντός των τειχών Λευκωσίας. Το πιο διάσημο, όμως, μνημείο είναι τα τείχη της Λευκωσίας, τα οποία, αφού γλίτωσαν από τις κατεδαφιστικές τάσεις εκμοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα, έγιναν ένα σύμβολο κοινής αποδοχής από όλες τις κοινότητες της πόλης.
Με την οθωμανική κατάκτηση, το 1570, η πληθυσμιακή σύνθεση της Λευκωσίας μεταβλήθηκε ριζικά. Η καθολική ελίτ εξοντώθηκε, αλλαξοπίστησε ή εκτοπίστηκε. Στο νησί εγκαταστάθηκαν στρατιωτικά σώματα της αυτοκρατορίας, καθώς και μουσουλμάνοι από την Ανατολία, οι οποίοι σε συνδυασμό με εξισλαμισθέντες χριστιανούς αποτέλεσαν τη μουσουλμανική κοινότητα της πόλης. Οι ελληνορθόδοξοι, που είχαν ισχυρή παρουσία από παλαιότερα, αναγνωρισμένοι πλέον ως προστατευόμενη θρησκευτική κοινότητα, συνέχισαν να αποτελούν πολυπληθές τμήμα του αστικού πληθυσμού.
Η Λευκωσία εξελίχθηκε σε μωσαϊκό μαχαλλάδων, όπου εκκλησίες και τεμένη όριζαν τον κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο. Παρέμεινε διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Κύπρου, όμως η ανάπτυξη και οι υποδομές ήταν περιορισμένες. Οι κάτοικοι ζούσαν ανάμεικτοι υπήρχε όμως μια σχετική τάση στην κατοίκηση του χώρου: οι μουσουλμάνοι έμεναν κυρίως στο βόρειο τμήμα και κοντά στις Πύλες, ενώ οι ελληνορθόδοξοι στα νότια και ειδικά στην περιφέρεια της Αρχιεπισκοπής. Στη δυτική πλευρά της πόλης υπήρχε έντονη παρουσία των Αρμενίων, καθώς και πυρήνες της Λατινικής και Μαρωνιτικής κοινότητας. Τα παζάρια, οργανωμένα με βάση τα συνάφια, αποτελούσαν την καρδιά της οικονομικής ζωής μιας πόλης που εκτεινόταν μέχρι τα όρια που έθεταν τα τείχη.
Παρόλη την επέκταση της πόλης, η εντός των τειχών Λευκωσία, με έναν μικρό εξωτερικό δακτύλιο, παρέμεινε το επίκεντρο των εξελίξεων μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ, οι διακοινοτικές συγκρούσεις, το πραξικόπημα και η εισβολή άφησαν έντονα τα σημάδια τους στον αστικό ιστό. Σήμερα, με την Πράσινη Γραμμή να τη χωρίζει στα δύο, η -παλιά- Λευκωσία αποτελεί ένα εντυπωσιακό παλίμψηστο εποχών που έλκει το ενδιαφέρον ντόπιων και ξένων. Ο προσεκτικός παρατηρητής μπορεί, στον πυκνό ιστορικά αστικό της ιστό, να εντοπίσει ίχνη από τις καταβολές σχεδόν όλων των πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών τάσεων που βιώνουμε μέχρι σήμερα.