Οι γυναίκες αυτές αποκτούν μορφή. Έστω και μετά από μισό και πλέον αιώνα. Έστω και αργά, διστακτικά, αμήχανα, από θεσμούς. Δεν είναι αόρατες. Υπάρχουν
“A woman in Berlin” είναι το ημερολόγιο πολέμου μιας γυναίκας. Όχι ενός στρατιώτη, πολιτικού ή ιστορικού, ούτε καν δημοσιογράφου, που είναι η επαγγελματική ιδιότητα της ανώνυμης συγγραφέως. Είναι το ημερολόγιο μιας Γερμανίδας, η οποία καταγράφει τους βιασμούς και τις ακρότητες που έζησε στο Βερολίνο μετά την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος το 1945 και την είσοδο του σοβιετικού στρατού στην πόλη. Η Βερολινέζα έγραφε για τις κτηνωδίες που βίωνε, μάλλον προσπαθώντας να κρατήσει τα λογικά της σε μια πόλη κόλαση. Το ημερολόγιο καλύπτει τη χρονική περίοδο από τις 20 Απριλίου μέχρι τις 22 Ιουνίου 1945 και αποτελεί μια μοναδική μαρτυρία.
Πρόκειται στην ουσία, για απογραφή των επανειλημμένων βιασμών που υπέστη η ίδια, αλλά και χιλιάδες άλλες γυναίκες, ως πλέον κομμάτι της καθημερινότητά τους. Καταγράφει πως οι γυναίκες στο Βερολίνο της εποχής, αναζήτησαν έναν τρόπο επιβίωσης μέσα σε έναν παραλογισμό που δεν προ(σ)κάλεσαν.
Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1954 στις ΗΠΑ και στη συνέχεια το 1959 στη Γερμανία. Δέχθηκε σφοδρά πυρά από τη γερμανική κοινωνία. Ίσως γιατί οι κοινωνίες προτιμούν να μιλούν μόνο για νίκες ή ήττες χωρίς να συζητούν τις αλήθειες του πολέμου στο σώμα μιας γυναίκας. Η συγγραφέας δεν επέτρεψε την επανέκδοσή του κατά τη διάρκεια της ζωής της, το οποίο τελικά επανεκδόθηκε, (και πάλι ανώνυμα), το 2003,μετά τον θάνατό της.
Είναι ιστορίες που έχουμε ξανακούσει έκτοτε αμέτρητες φορές. Λες και γράφει για τις χιλιάδες γυναικών στον κόσμο που υπέστησαν αυτή τη βία πριν και μετά από την ίδια. Ως μια μοναδική σταθερά σε έναν κόσμο που εξακολουθεί να θεωρεί το σώμα των γυναικών ιδανικό σκεύος βίας, για τις αρρωστημένες φαντασιώσεις του όποιου εξουσιαστή. Το επαναλαμβανόμενο μοτίβο διαχρονικά παραμένει ανατριχιαστικά το ίδιο. Ναι, μια Βερολινέζα στο τέλος του ΒΠΠ, έγραψε όχι για τους βιασμούς ως παράπλευρη απώλεια ενός πολέμου, αλλά για την απόγνωση, την ντροπή, τον πόνο τους. Αυτό το τραύμα είναι μόνο δικό τους, όχι ολόκληρου του λαού.
Μια γυναίκα στην Κύπρο
Για την – μετά το 1974- γενιά, τη δική μου γενιά, που ίσως να είναι και η τελευταία που μεγάλωσε ακούγοντας ιστορίες για την περίοδο πριν και μετά το 1974, οι Ελληνοκύπριες γυναίκες που βιάστηκαν κατά την τουρκική εισβολή ήταν εν πολλοίς αόρατες. Νομίζω για αυτή την πτυχή της ιστορίας θα άκουσα ίσως κάποιες ιστορίες όταν μάλλον πάτησα τα 25 – ίσως το 2000 και μετά-. Κάποια στιγμή έπεσα και πάνω στο ντοκιμαντέρ που γύρισε για λογαριασμό της ΕΡΤ η Μελίνα Μερκούρη ένα χρόνο μετά την εισβολή, και κόλλησα σε μια από τις συνεντεύξεις στα αντίσκηνα.[1] Μια γυναίκα να κρατά σφικτά τις γροθιές της, να αποστρέφει το βλέμμα με ντροπή. Η δημόσια αναφορά σε αυτό το κομμάτι της ιστορίας ήταν πάντοτε ταμπού, μέχρι που με πρωτοβουλία της τότε βουλευτή Σκεύης Κουκουμά αναζητήθηκαν οι συλλογικές ευθύνες απέναντι σε αυτές τις γυναίκες. Απέναντι σε μια πτυχή της εισβολής που αποσιωπήθηκε από την πολιτεία και παρέμεινε ένα κρυμμένο μυστικό από την ίδια την κοινωνία.
Πολύ περισσότερο ήταν, και εν πολλοίς, ίσως να παραμένουν άγνωστες οι πτυχές αντίστοιχων φρικαλεοτήτων και άγριων βιασμών Τουρκοκύπριων γυναικών κατά την περίοδο1963 μέχρι και σίγουρα την τουρκική εισβολή, όπως για παράδειγμα τα χωριά Μαράθα, Σανταλάρη και Αλόα.
Ο στόχος δεν είναι η σύγκριση ιστοριών ή η αναλογικότητα των ευθυνών. Παρά μόνον η αναγνώριση μιας αλήθειας, όσο άβολη και εάν είναι, που επέφερε ένα μόνιμο τραύμα, πόνο και καταστροφή σε ένα νησί.
Αποτελεί, σίγουρα, έναν δεύτερο βιασμό και η μέχρι πρότινος σπουδή μιας πολιτείας να διατηρεί αυτές τις γυναίκες αόρατες. Έστω και αργά υπήρξαν βήματα προς τα εμπρός με την αναγνώριση της ύπαρξής τους από την κυπριακή πολιτεία αλλά και η αναγνώριση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με το πρόσφατο ψήφισμα του ΕΚ, με πρωτοβουλία του ευρωβουλευτή Λουκά Φουρλά.
Οι γυναίκες αυτές αποκτούν μορφή. Έστω και μετά από μισό και πλέον αιώνα. Έστω και αργά, διστακτικά, αμήχανα, από θεσμούς. Δεν είναι αόρατες. Υπάρχουν.
Εμείς εδώ στην Κύπρο τις βλέπουμε;
Το ψήφισμα του ΕΚ και η αναγνώριση της πολιτείας που προηγήθηκε, δεν αλλάζει την ιστορία. Δεν διαγράφει το τραύμα. Δεν επιστρέφει τις ζωές που χάθηκαν, ούτε τα χρόνια της σιωπής.
Αποτελούν όμως την ευκαιρία για αναγνώριση μιας θεμελιώδους αλήθειας που έμεινε στο περιθώριο για δεκαετίες. Ότι πριν από τις εθνικές ταυτότητες, πριν από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις και πριν από τις ιστορικές αφηγήσεις, υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν γυναίκες.
Ο βιασμός ως η πιο ακραία μορφή εξευτελισμού και επιβολής πάνω σε έναν άνθρωπο, και εργαλείο ταπείνωσης μιας κοινότητας ή ενός λαού αποφέρει ένα τραύμα, που δεν είναι συλλογικό. Το κουβαλά η ίδια η γυναίκα που έχει βιώσει τον βιασμό. Είναι εκείνη που καλείται να συνεχίσει να ζει με τους εφιάλτες της, τη σιωπή, τον φόβο και την κοινωνική προκατάληψη. Δεν έχει χρώμα ούτε εθνικότητα και σίγουρα δεν έχει θρησκεία.
Ίσως αυτή να είναι και η πραγματική δοκιμασία για μια κοινωνία. Να μπορεί να κοιτάξει τον ανθρώπινο πόνο χωρίς να τον χρωματίζει ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκεία ή την πλευρά της ιστορίας στην οποία ανήκει το θύμα. Χωρίς να επιλέγει ποιο θύμα αξίζει περισσότερο τη συμπόνια μας. Μήπως δεν είναι αυτό το πραγματικό μέτρο της «ανθρωπιάς»;
Θα ήθελα, λοιπόν, το Ψήφισμα του ΕΚ να πηγαίνει και ένα βήμα πάρα πέρα. Να θυμίζει τους βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους κτίστηκε η Ευρωπαϊκή μας οικογένεια: τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα για όλους.
Θα ήθελα να αναγνωρίζει το τραύμα της Κύπριας γυναίκας. Χωρίς χρώμα χωρίς εθνικότητα. Να αναγνωρίζει δηλαδή ότι στην Κύπρο αυτή την φρικαλεότητα την έζησαν οι Κύπριες γυναίκες. Τελεία. Χωρίς ουρά. Χωρίς, ναι μεν, αλλά…Ο πόνος και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός ούτε ένα διαπραγματευτικό χαρτί.
Θα ήθελα πραγματικά να μπορούμε να μιλήσουμε για όλες τις άβολες αλήθειες της ιστορίας αυτού του νησιού. Να μιλήσουμε για την «Γυναίκα της Νήσος Κύπρος». Την μάνα, την κόρη, την αδελφή, που έμεινε να περιμένει τους αγνοούμενούς της που δεν θα επιστρέψουν ποτέ, που κλαίει πάνω στο μνήμα του παιδιού της που δεν πρόλαβε να το βυζάξει, που θρηνεί για έναν πατέρα που δεν γνώρισε, που ντρέπεται για τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Τη γυναίκα που ξέρει ότι ποτέ πια δεν θα είναι η ίδια όπως πριν. Έχει βιασθεί οριστικά.
Μόνο έτσι θα μπορέσει η ιστορική μνήμη να λειτουργήσει ως πραγματικά συλλογική. Να περιθάλψει το τραύμα και να δώσει μια χαραμάδα ελπίδας για το μέλλον. Όταν μπορέσουμε να μιλήσουμε για την γυναίκα της Κύπρου. Όταν δούμε κατάματα όλες τις άβολες αλήθειες. Όταν μπροστά μας δούμε μόνο τον άνθρωπο.
Ίσως το ψήφισμα του ΕΚ να αποτελέσει το έναυσμα για να ακούσουμε και να αναγνωρίσουμε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες που έμειναν θαμμένες κάτω από τα χαλάσματα αυτού του νησιού.
Αν κάτι μένει από το βιβλίο A Woman in Berlin, είναι ότι πίσω από κάθε πόλεμο υπάρχουν ιστορίες που για χρόνια μένουν θαμμένες, επειδή η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να τις ακούσει.
Χρειάστηκαν δεκαετίες μέχρι να αναγνωριστεί ως μία από τις σημαντικότερες προσωπικές μαρτυρίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ίσως γιατί η αλήθεια του ήταν άβολη.
Μπορούμε να αντικρίσουμε τις δικές μας άβολες αλήθειες χωρίς να αποστρέψουμε το βλέμμα;