Το ζήτημα είναι ποιος θα πείσει ότι μπορεί να παρέχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Εκεί θα κριθεί και το πολιτικό μέλλον του Αλέξη Τσίπρα
Η δημιουργία της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης του Αλέξη Τσίπρα ήρθε να ανατρέψει τον χάρτη της ελληνικής πολιτικής σκηνής, τουλάχιστον σε δημοσκοπικό επίπεδο. Παράλληλα, δημιούργησε ένα ντόμινο εξελίξεων τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο και στη Νέα Αριστερά, με σειρά στελεχών τους να αποχωρούν προκειμένου να συνταχθούν με το νέο εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού.
Αν και είναι πολύ νωρίς για οριστικά συμπεράσματα σχετικά με τη δυναμική που διαμορφώνει η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα, μια πρώτη απόπειρα αποτίμησης περιλαμβάνει ορισμένες διαπιστώσεις που δύσκολα θα ανατραπούν στην πορεία.
Τα θετικά
Το νεοϊδρυθέν κόμμα καταφέρνει, στις πρώτες δημοσκοπήσεις, να πλασαριστεί στη δεύτερη θέση, με ποσοστά πέριξ του 15%. Υπενθυμίζεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποχώρησε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το καλοκαίρι του 2023, έχοντας καταγράψει ποσοστό 17,8%. Σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, φαίνεται ότι ο κ. Τσίπρας καταφέρνει να συσπειρώσει σε μεγάλο βαθμό τον «συριζικό κόσμο». Αποτέλεσμα αυτού είναι η δημοσκοπική εξαφάνιση τόσο του ΣΥΡΙΖΑ όσο και της Νέας Αριστεράς, αλλά και οι απώλειες που καταγράφει η Πλεύση Ελευθερίας της Ζ. Κωνσταντοπούλου προς την ΕΛ.Α.Σ. Ως εκ τούτου, το κόμμα του Α. Τσίπρα ξεκινά από μια θετική αφετηρία, που του επιτρέπει να διεκδικεί, με σοβαρές πιθανότητες, τη δεύτερη θέση στις επόμενες εκλογές.
Παράλληλα, ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει ισχυρή πρωθυπουργική εικόνα, ειδικά σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους επικεφαλής της αντιπολίτευσης. «Μπορείς να τον φανταστείς πρωθυπουργό, γιατί τον έχεις ήδη ξαναδεί», έλεγε γνωστός δημοσκόπος σε πρόσφατη συνέντευξή του. Σε συνδυασμό, μάλιστα, με το γεγονός ότι δεν πρόκειται πλέον για το «κακό παιδί» του πολιτικού συστήματος και δεν αποτελεί persona non grata για το οικονομικό και μιντιακό κατεστημένο της χώρας, ενισχύεται η «πρωθυπουργίσιμη» εικόνα του, στοιχείο που καταγράφεται και δημοσκοπικά, καθώς —αν και με μεγάλη απόσταση από τον Κ. Μητσοτάκη— αποτελεί τη δεύτερη επιλογή στην ερώτηση περί καταλληλότητας για την πρωθυπουργία.
Επιπλέον, ο Αλέξης Τσίπρας επιβεβαιώνει το τελευταίο διάστημα τη φήμη που τον ακολουθούσε. Πρόκειται για πολιτικό που δεν φοβάται το ρίσκο και δεν ακολουθεί την πεπατημένη. Η επιστροφή του στην κεντρική πολιτική σκηνή, υπό τις παρούσες συνθήκες, αποτελεί ρίσκο που ενέχει ακόμη και τον κίνδυνο πολιτικού αφανισμού, σε περίπτωση μη κατάληψης της θέσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από την άλλη, ο διακηρυγμένος στόχος για νίκη ήδη από την πρώτη κάλπη πιστοποιεί ότι ο πρώην πρωθυπουργός θέτει τον πήχη ψηλά, γεγονός που τον καθιστά πολιτικό αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Τα αρνητικά
Κάπου εδώ, όμως, τελειώνουν τα καλά νέα για τον κ. Τσίπρα, καθώς τα μέχρι στιγμής δεδομένα έρχονται να επιβεβαιώσουν ορισμένα στοιχεία που ήταν ήδη γνωστά το προηγούμενο διάστημα.
Πρώτον, ο Αλέξης Τσίπρας έχει μικρή δυνατότητα διείσδυσης σε μη «συριζικό» ακροατήριο. Ενδεικτικό είναι, άλλωστε, το γεγονός ότι καταγράφει πολύ υψηλά ποσοστά αρνητικών γνωμών σε όλες τις δημοσκοπήσεις ενώ ποσοστό κοντά στο 70% απαντά ότι «είναι απίθανο ή αποκλείεται να τον ψηφίσει». Για να το θέσουμε απλά, ο κ. Τσίπρας φαίνεται, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, να έχει «χαμηλό ταβάνι», γεγονός που του απαγορεύει να διεκδικήσει, με ρεαλιστικούς όρους, την πρώτη θέση. Επιπλέον, φαίνεται να μην καταφέρνει να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα νεότερα ηλικιακά ακροατήρια, χαρακτηριστικό που αποτελούσε ένα από τα δυνατά του στοιχεία την προηγούμενη περίοδο.
Παράλληλα, πρόκειται για πρόσωπο που έχει συσσωρευμένη φθορά και δημιουργεί αντισυσπειρώσεις. Ο κ. Τσίπρας δεν κουβαλά μαζί του μόνο την περίοδο διακυβέρνησης 2015-2019, αλλά και την περίοδο 2019-2023, όταν, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είδε το κόμμα του να πέφτει από το 31,5% στο 17,8%, σημειώνοντας πρωτοφανή απώλεια ποσοστών για κόμμα που βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Οι πολίτες, δηλαδή, σε μεγάλο βαθμό αξιολογούν αρνητικά τον κ. Τσίπρα τόσο ως πρωθυπουργό όσο και ως επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Την ίδια ώρα, η παρουσία του ως αντίπαλου δέους της ΝΔ δημιουργεί τάσεις συσπείρωσης της δεξιάς παράταξης, αλλά και μέτρο σύγκρισης υπέρ της κυβέρνησης σε μια σειρά από πεδία, όπως η οικονομία, η εξωτερική πολιτική και ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους, στα οποία η ΝΔ φαίνεται να υπερέχει.
Τρίτον, ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αξιοπιστίας που αντιμετωπίζει και το οποίο αφορά κυρίως την περίοδο του 2015. Οι μέχρι τώρα κινήσεις του και η επιμονή του να κρατά ανοιχτή τη συζήτηση για εκείνη την περίοδο περισσότερο εντείνουν παρά αμβλύνουν το συγκεκριμένο πρόβλημα.
Τέλος, ηγείται ενός προσωποκεντρικού κόμματος, το οποίο στελεχώνεται είτε από πρόσωπα χωρίς εμπειρία στην κεντρική πολιτική αντιπαράθεση είτε από πρώην στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που κουβαλούν τη φθορά της προηγούμενης περιόδου. Επιπλέον, δεν έχει ακόμη παρουσιάσει πρόγραμμα ενώ οι τοποθετήσεις του εξαντλούνται είτε σε καταγγελτικό λόγο κατά της κυβέρνησης είτε σε γενικόλογα ευχολόγια, χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις και σαφείς τρόπους υλοποίησής τους.
Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα που ψάχνει απάντηση το επόμενο διάστημα είναι αν η ισχυρή δημοσκοπική εκκίνηση του κ. Τσίπρα θα εξελιχθεί σε πραγματική δυναμική εξουσίας ή θα αποδειχθεί μια πρόσκαιρη συσπείρωση του παραδοσιακού ακροατηρίου του. Προς το παρόν, ο πρώην πρωθυπουργός πέτυχε τον πρώτο του στόχο: να επιστρέψει στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η εκλογική μάχη, όμως, δεν θα κριθεί από το ποιος θα κυριαρχήσει στον χώρο της καταγγέλλουσας αντιπολίτευσης, αλλά από το ποιος θα πείσει ότι μπορεί να παρέχει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Εκεί θα κριθεί και το πολιτικό μέλλον του Αλέξη Τσίπρα.