Ένα δικοινοτικό παιδιατρικό νοσοκομείο ως Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στην Κύπρο
Εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, η νεκρή ζώνη αποτελεί το πιο ισχυρό σύμβολο της διαίρεσης της Κύπρου. Ίσως, όμως, έχει έρθει η στιγμή να αρχίσουμε να τη βλέπουμε διαφορετικά·πέραν από μια διαχωριστική γραμμή, αλλά ως έναν χώρο που μπορεί να φέρει πιο κοντά τις δυο κοινότητες.
Η δημιουργία ενός σύγχρονου δικοινοτικού Παιδιατρικού Νοσοκομείου στη νεκρή ζώνη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη πρόταση για την ανέγερση ενός ακόμη νοσοκομείου. Είναι μια πρόταση δημόσιας πολιτικής που συνδυάζει την ανθρωπιστική προσφορά, την επιστημονική αριστεία και την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.
Η υγεία των παιδιών είναι ίσως το μοναδικό πεδίο όπου κάθε διαχωριστική γραμμή χάνει το ισχύ και τον συμβολισμό της. Όταν ένα παιδί δίνει μάχη για τη ζωή του, δεν υπάρχουν εθνικότητες, θρησκείες ή πολιτικές ή πολιτιστικές διαφορές υπάρχει μόνο η ευθύνη να του προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή φροντίδα. Η ιδέα μιας κοινής διακοινοτικής δομής υγείας έχει απασχολήσει και στο παρελθόν τον δημόσιο διάλογο. Χαρακτηριστικά, κατά την περίοδο της πανδημίας ο Αχιλλέας Δημητριάδης είχε εισηγηθεί τη δημιουργία μιας κοινής μονάδας υγείας, πρόταση που δεν ήταν τότε δυνατό να υλοποιηθεί. Σήμερα, όμως, οι συνθήκες επιτρέπουν να επανεξετάσουμε αυτή τη λογική μέσα από μια ρεαλιστική και φιλόδοξη πρόταση: τη δημιουργία ενός δικοινοτικού παιδιατρικού νοσοκομείου και Κέντρου Αριστείας.
Η Κύπρος έχει την ευκαιρία να πρωτοπορήσει διεθνώς μέσα από τη «διπλωματία της υγείας». Ένα δικοινοτικό παιδιατρικό νοσοκομείο, θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο μεγάλο έργο υποδομής που θα υπηρετεί όλα τα παιδιά του νησιού ανεξαρτήτως κοινότητας, και, ίσως, σταδιακά να εξελιχθεί σε περιφερειακό κέντρο αναφοράς για την Ανατολική Μεσόγειο.
Το νοσοκομείο θα μπορούσε να αναπτυχθεί ως ένα εξειδικευμένο Κέντρο Αριστείας στους τομείς της παιδοογκολογίας, των σπάνιων και κληρονομικών νοσημάτων, της κλινικής γενετικής και γονιδιωματικής, των μεταβολικών νοσημάτων, της παιδιατρικής αποκατάστασης, της παιδιατρικής ανοσολογίας, καθώς και της ιατρικής ακριβείας, αξιοποιώντας τις σύγχρονες εξελίξεις της βιοϊατρικής έρευνας και της τεχνητής νοημοσύνης.
Η ανάγκη για τέτοια κέντρα αυξάνεται συνεχώς. Η πρόοδος της παιδιατρικής επιτρέπει σήμερα σε ολοένα περισσότερα παιδιά με καρκίνο, σπάνια και συγγενή νοσήματα να επιβιώνουν και να ζουν με καλή ποιότητα ζωής. Αυτό, όμως, προϋποθέτει πρόσβαση σε διεπιστημονικές ομάδες υψηλής εξειδίκευσης και σε υποδομές που δύσκολα μπορούν να αναπτυχθούν αυτόνομα σε μικρές χώρες. Η συγκέντρωση αυτής της τεχνογνωσίας σε ένα κοινό κέντρο αποτελεί διεθνώς αναγνωρισμένη πρακτική και βελτιώνει τόσο την ποιότητα της φροντίδας όσο και τα κλινικά αποτελέσματα.
Οι δύο κοινότητες της Κύπρου μοιράζονται τον ίδιο γεωγραφικό χώρο και αντιμετωπίζουν παρόμοιες προκλήσεις στον τομέα των κληρονομικών και σπάνιων νοσημάτων. Η μικρή πληθυσμιακή βάση του νησιού καθιστά ακόμη πιο σημαντική τη συνεργασία στην κλινική γενετική και τη γονιδιωματική. Η συγκέντρωση της κλινικής εμπειρίας, των βιολογικών δειγμάτων και της ερευνητικής τεχνογνωσίας σε ένα κοινό κέντρο μπορεί να επιταχύνει τη διάγνωση, να διευκολύνει την ανακάλυψη νέων γονιδιακών αιτίων, να ενισχύσει την ανάπτυξη και την πρόσβαση σε καινοτόμες θεραπείες και να προσφέρει ουσιαστικό όφελος στα παιδιά και τις οικογένειες και των δύο κοινοτήτων.
Παράλληλα, μια τέτοια υποδομή θα μπορούσε να μειώσει την ανάγκη παραπομπής παιδιών σε εξειδικευμένα κέντρα του εξωτερικού. Κάθε οικογένεια που αναγκάζεται να αναζητήσει θεραπεία μακριά από τον τόπο της βιώνει σημαντική οικονομική, ψυχολογική και κοινωνική επιβάρυνση. Η ανάπτυξη περισσότερων εξειδικευμένων υπηρεσιών στην Κύπρο θα ενίσχυε την ποιότητα της περίθαλψης και την ανθεκτικότητα του συστήματος υγείας.
Πέρα όμως από την ιατρική, υπάρχει και μια βαθύτερη διάσταση. Παιδιά από τις δύο κοινότητες θα μπορούν να νοσηλεύονται, να εκπαιδεύονται στον ίδιο χώρο. Για όσα χρειάζονται μακροχρόνια νοσηλεία, θα μπορούσε να λειτουργήσει δικοινοτική σχολική μονάδα, δημιουργώντας δεσμούς που καμία πολιτική συμφωνία δεν μπορεί να πετύχει.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι κοινές δομές υγείας μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες συνεργασίας ακόμη και σε περιοχές με βαθιές πολιτικές ή εθνοτικές διαιρέσεις. Ένα τέτοιο νοσοκομείο δεν θα αντικαταστήσει τις υφιστάμενες υπηρεσίες υγείας ή ερευνητικά ινστιτούτα, αλλά θα τις συμπληρώσει, προσφέροντας υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης προς όφελος όλων των παιδιών.
Η επιλογή της τοποθεσίας δεν θα πρέπει να αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά να υπηρετεί τη λειτουργικότητα και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του έργου. Είτε μέσω της αξιοποίησης υφιστάμενων μεγάλων κτηρίων, όπως ενδεικτικά η Σχολή Γρηγορίου ή άλλων κατάλληλων εγκαταστάσεων στη νεκρή ζώνη, είτε μέσω της ανέγερσης ενός νέου, εμβληματικού παιδιατρικού νοσοκομείου, η τελική επιλογή θα πρέπει να βασιστεί αποκλειστικά στις ανάγκες των παιδιών, στις δυνατότητες ανάπτυξης του Κέντρου Αριστείας και στη μακροπρόθεσμη προοπτική του έργου.
Η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από συνεργασία και της Κυπριακής Δημοκρατίας με τα Ηνωμένα Έθνη, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, την UNICEF, πανεπιστήμια και διεθνή ιδρύματα, αξιοποιώντας παράλληλα τη συμβολή κοινωφελών οργανισμών και ιδιωτών δωρητών ή φιλανθρωπικών ιδρυμάτων ή οργανισμών που χρηματοδοτούν δικοινοτικές δράσεις.
Ένα πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η εκπόνηση μιας ανεξάρτητης μελέτης σκοπιμότητας, η σύσταση ομάδας εργασίας με τη συμμετοχή των δύο κοινοτήτων και διεθνών οργανισμών και η διερεύνηση των διαθέσιμων πηγών χρηματοδότησης. Η πρόταση αυτή δεν φιλοδοξεί να δώσει όλες τις απαντήσεις·φιλοδοξεί να ανοίξει έναν σοβαρό δημόσιο διάλογο.
Τη στιγμή που καταβάλλεται νέα προσπάθεια για την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό, ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή να εξεταστούν και πρωτοβουλίες που μπορούν να οικοδομήσουν εμπιστοσύνη μέσα από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Ένα δικοινοτικό παιδιατρικό νοσοκομείο αποτελεί μια τέτοια πρόταση η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε μια πρωτοβουλία συνεργασίας με ουσιαστικό ανθρωπιστικό αποτύπωμα, αποδεικνύοντας ότι η υγεία, ειδικά των παιδιών μπορεί να ενώνει εκεί όπου η πολιτική δυσκολεύεται να το πετύχει.
Αν κάποτε η νεκρή ζώνη αποκτήσει ένα νέο νόημα, ας είναι επειδή επιλέξαμε να την μετατρέψουμε από μια ζώνη διαίρεσης σε ζώνη ζωής, επιστήμης και ελπίδας. Γιατί ίσως ο ασφαλέστερος δρόμος προς ένα κοινό μέλλον να ξεκινά από έναν χώρο όπου κάθε παιδί αντιμετωπίζεται απλώς ως παιδί.