weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
23.08.2026 8:10
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τι θα συμβεί στον συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Αφορά τι αντιλαμβάνεται ο επόμενος δημοσιογράφος που θα θελήσει να ερευνήσει μια δύσκολη υπόθεση εξουσίας

Η αλήθεια δεν έχει βιογραφία. Η αξιοπιστία, όμως, έχει. Όποιος έχει υποπέσει σε σοβαρά λάθη, έχει διαψευστεί ή έχει χειριστεί πληροφορίες με επιπολαιότητα, δικαιολογημένα χάνει μέρος της εμπιστοσύνης που απολάμβανε. Δεν επιστρέφει κάθε φορά στον δημόσιο διάλογο με μηδενισμένο το κοντέρ. Η αξιοπιστία είναι κεφάλαιο που χτίζεται και φθείρεται. Αυτό όμως αφορά το πόσο εύκολα πιστεύουμε κάποιον, όχι το αν ένα συγκεκριμένο γεγονός είναι αληθινό. Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη στην περίπτωση του Μακάριου Δρουσιώτη.

Το «Κράτος Μαφία» πέρασε από ανεξάρτητη, μεγάλης έκτασης και βάθους, θεσμική έρευνα. Δεν επιβεβαιώθηκε κάθε ισχυρισμός του βιβλίου. Αρκετοί, όμως, με τεράστιας πολιτικής σημασίας αντίκτυπο, τεκμηριώθηκαν και οδηγήθηκαν για περαιτέρω ποινική διερεύνηση. Αργότερα, μια διαφορετική υπόθεση (υπόθεση «Σαντη») έθεσε σοβαρά ερωτήματα για τη δημοσιογραφική κρίση και τις μεθόδους του ίδιου ανθρώπου. Τα ερωτήματα αυτά είναι θεμιτά. Η δημοσιογραφία που απαιτεί λογοδοσία από την εξουσία οφείλει να αποδέχεται αντίστοιχα αυστηρό έλεγχο των δικών της πρακτικών.

Εκεί χρειάζεται, όμως, να σταματήσει ο συμψηφισμός. Από τη στιγμή που συγκεκριμένοι ισχυρισμοί πέρασαν από ανεξάρτητη θεσμική διερεύνηση, η εγκυρότητά τους δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από την προσωπική αξιοπιστία εκείνου που τους διατύπωσε. Είναι γεγονός ότι χωρίς τη θαρραλέα και ενδελεχή ερευνητική δημοσιογραφία του Μακάριου Δρουσιώτη δεν θα οδηγούνταν η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς στα συγκλονιστικά ευρήματά της για τον τέως πρόεδρο Αναστασιάδη και την κατάληψη θεσμών από όσους επηρέαζε. Η μεταγενέστερη αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του κ. Δρουσιώτη, στην υπόθεση «Σάντη», δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να ξαναγραφτεί αναδρομικά η αποδεικτική ιστορία μιας διαφορετικής υπόθεσης.

Εδώ εμφανίζεται η πολιτική διάσταση. Στον δημόσιο βίο μπορεί ιδιοτελώς να μετακινηθεί η συζήτηση από το περιεχόμενο μιας καταγγελίας προς τον χαρακτήρα εκείνου που την έκανε. Αν ο αγγελιοφόρος αποδειχθεί προβληματικός σε μια περίπτωση, δημιουργείται εύκολα η εντύπωση ότι προβληματικό ήταν και προηγούμενο μήνυμα του. Η συζήτηση παύει να αφορά τις συγκεκριμένες ευθύνες που ερευνήθηκαν και τεκμηριώθηκαν, και μετατρέπεται σε συζήτηση για τον άνθρωπο που τις κατήγγειλε. Φυσικά, οι καταγγελλόμενοι επωφελούνται, για αυτό και μετέρχονται τη μέθοδο της γενικευμένης απαξίωσης του καταγγέλλοντος. Εκμεταλλεύονται με ιδιοτέλεια ένα πραγματικό λάθος, σε μια υπόθεση, για να απαξιώσουν μια ολόκληρη διαδρομή.

Το δεύτερο ζήτημα είναι διαφορετικό και ακόμη πιο σοβαρό. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η κρατική ισχύς. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έχουν συσσωρευτεί διαφορετικές νομικές και ποινικές διαδικασίες γύρω από το πρόσωπο του Μ. Δρουσιώτη. Μια καταγγελία που αφορά δημοσίευση προ τεσσάρων ετών ενεργοποιείται τώρα! Η θεμιτή προσπάθεια συγκέντρωσης χρημάτων για νομικά έξοδα γίνεται επίσης αντικείμενο αστυνομικής διερεύνησης. Η ομοβροντία διώξεων θυμίζει αυταρχικά καθεστώτα που αποσκοπούν να συντρίψουν έναν ενοχλητικό επικριτή.

Ο Malcolm Feeley είχε περιγράψει, πριν από δεκαετίες, μια πραγματικότητα της Δικαιοσύνης με τη φράση “The Process Is the Punishment” («η διαδικασία είναι η τιμωρία»). Η ίδια η διαδικασία των διώξεων μπορεί να παράγει κόστος πολύ πριν από οποιαδήποτε τελική απόφαση, όπως οικονομική επιβάρυνση, χρόνο, επαγγελματική φθορά, κοινωνική πίεση, συνεχή ανάγκη άμυνας. Όταν πολλές διαδικασίες διώξεων στοχοποιούν, στην ίδια συγκυρία, το ίδιο πρόσωπο, το άθροισμά τους αποκτά τεράστια θεσμική σημασία. Όχι επειδή κάθε διαδικασία είναι κατ’ ανάγκην καταχρηστική, αλλά επειδή ένα κράτος δικαίου οφείλει να ενδιαφέρεται και για το συνολικό αποτέλεσμα της ισχύος που ασκεί.

Εδώ ακριβώς χρειάζεται περισσότερη πολιτική ευαισθησία από την κυβέρνηση. Η επίκληση της νομιμότητας («εφαρμόζεται ο νόμος») μπορεί να γίνει φαρισαϊσμός, δηλαδή ο νόμος εργαλειοποιείται, δεν εφαρμόζεται αμερόληπτα.   Ο πολίτης βλέπει το κράτος πότε να κινείται γρήγορα και πότε όχι, πότε να ενεργοποιεί υπηρεσίες και μηχανισμούς και πότε όχι, πότε να ανακαλύπτει νομικά εργαλεία και πότε να επιδεικνύει αποφασιστικότητα, και πότε όχι. Ο πολίτης συγκρίνει αυτή την εικόνα με την εμπειρία του από υποθέσεις διαφθοράς, δημόσιας κακοδιοίκησης ή ευθυνών πολιτικών προσώπων που συχνά κινούνται με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς και, αναπόφευκτα, διερωτάται: γιατί η ομοβροντία, κατά συγκεκριμένου προσώπου, τώρα; Γιατί το κράτος χρησιμοποιεί επιλεκτικά την τεράστια ισχύ του;

Η σύγκριση αυτή είναι αναπόφευκτη. Η ισονομία έχει και χρονική διάσταση. Έχει ένταση, συνέπεια και προτεραιότητες. Όταν μια καταγγελία ενεργοποιείται τέσσερα χρόνια μετά το γεγονός, το «γιατί τώρα;» είναι λογικό ερώτημα. Εγείρει εύλογες υποψίες σκοπιμότητας. Κυρίως, απαιτεί πειστική θεσμική απάντηση. Όσο περισσότερο μια κυβέρνηση ζητά από τους πολίτες να εμπιστευθούν ότι το κράτος είναι αμερόληπτο, τόσο περισσότερο πρέπει η ίδια να αντιλαμβάνεται ότι η αμεροληψία δεν αρκεί να διακηρύσσεται. Πρέπει και να φαίνεται ότι υπάρχει.

Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν μιλάμε για δημοσιογραφία. Η ελευθερία του Τύπου δεν σημαίνει ασυλία από τον νόμο. Κανένας δημοσιογράφος δεν μπορεί να επικαλείται τη δημόσια αποστολή του για να απαλλαγεί από τις συνέπειες ψευδών ισχυρισμών, πλημμελούς έρευνας ή άλλων παραβάσεων. Η άλλη πλευρά της ίδιας αρχής, όμως, είναι ότι οι κρατικοί θεσμοί οφείλουν να ασκούν την εξουσία τους με τέτοιο μέτρο ώστε η λογοδοσία να μη μετατρέπεται σε αποτρεπτικό μήνυμα προς όλους τους υπόλοιπους. Το ερώτημα δεν αφορά μόνο τι θα συμβεί στον συγκεκριμένο δημοσιογράφο. Αφορά τι αντιλαμβάνεται ο επόμενος δημοσιογράφος που θα θελήσει να ερευνήσει μια δύσκολη υπόθεση εξουσίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η επιβίωση στον κυπριακό Ποινικό Κώδικα διάταξης που αφορά ψευδείς πληροφορίες ικανές να κλονίσουν «την εμπιστοσύνη του κοινού προς το κράτος ή τα όργανά του». Παρόμοια διάταξη υπάρχει σε αυταρχικά καθεστώτα τύπου Ερντογάν. Η διατύπωση αξίζει πολιτική συζήτηση από μόνη της. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, η εμπιστοσύνη προς το κράτος δεν αποτελεί περιουσία του κράτους. Είναι αποτέλεσμα κρίσης του πολίτη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το κράτος και οι θεσμοί του. Δεν προστατεύεται αποτελεσματικά με ποινικές διατάξεις αλλά κερδίζεται όταν το κράτος αποδεικνύει ότι χρησιμοποιεί την ίδια αυστηρότητα, την ίδια ταχύτητα και το ίδιο μέτρο προς όλες τις κατευθύνσεις – ότι είναι αμερόληπτο.

Για αυτό η υπόθεση Δρουσιώτη έχει ενδιαφέρον που ξεπερνά τον ίδιο. Τα όποια λάθη του πρέπει να κρίνονται αυστηρά και οι πράξεις του να ελέγχονται, όπως όλων. Η όποια αξιοπιστία έχει χάσει είναι δική του υπόθεση. Προσοχή όμως, αν θέλουμε να είμαστε λογικοί και καλοπροαίρετοι δημοκράτες που νοιάζονται για το κράτος δικαίου, δεν υπάρχει λόγος ούτε να μετατρέψουμε την απώλεια αξιοπιστίας σε γενική άδεια ακύρωσης όσων έχουν ήδη εγκύρως τεκμηριωθεί, ούτε να θεωρούμε αδιάφορη τη σωρευτική χρήση της κρατικής ισχύος απέναντί του.

Μια ώριμη δημοκρατία πρέπει να μπορεί να κρατήσει ταυτόχρονα και τις δύο σκέψεις. Ο δημοσιογράφος λογοδοτεί για τη δική του αξιοπιστία. Η εξουσία λογοδοτεί για τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί τη δύναμή της.

Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο.