Μια γενιά που, όσο πάει, πιο πολύ ανταμώνει σε κηδείες
Κάνεις να πιείς την πρώτη γουλιά του καφέ στο γραφείο και η είδηση πέφτει σαν κεραμίδα. «Έφυγε ο Δημήτρης». Παγωμάρα. Αδειάζει το μέσα σου ξαφνικά και το μυαλό θολώνει. Μέχρι που να πάρει ξανά μπρος σε χρόνο όμως παρελθόντος. Τότε που ξημεροβραδιαζόμασταν στην εφημερίδα, εμείς στα πολιτικά κι εκείνος με τα παιδιά του στα αθλητικά. Τότε που περιμέναμε με αγωνία στο τυπογραφείο να βγει το φύλλο για να είμαστε σίγουροι πως την επόμενη μέρα θα κυκλοφορούσαμε. Τότε που πηγαίναμε, μεταμεσονύκτιες ώρες, για φαγητό και κανένα ποτό. Τότε που σφίγγαμε ο ένας δυνατά το χέρι του άλλου για να αντέξουμε στις επιθέσεις, τις κατηγορίες, στην πολεμική. Τότε που διασταυρώναμε τα βήματά μας στους διαδρόμους μεταφέροντας ο καθένας τα χαρτιά του. Τότε που ήμασταν μια μεγάλη, αγαπημένη, οικογένεια που ο καθένας ήξερε τα «μυστικά» του άλλου γιατί απλώς δεν είχαμε μυστικά.
«Έφυγε ο Δημήτρης». Γιατί έφυγε; Που πήγε; Γιατί δεν ρώτησε κανένα; Την τελευταία φορά ανταμώσαμε τυχαία στην υπεραγορά. Φαινόταν κουρασμένος αλλά είχε εκείνο το αληθινό χαμόγελο του καθαρού ανθρώπου και τη γλυκιά κουβέντα που έκανε τους άλλους να αναζητούν την παρέα του. Τελικά δεν έφυγε. Όταν τόσοι πολλοί θυμούνται και ανατρέχουν σε αυτά που έζησαν και αυτά που έμαθαν κοντά του, ο Δημήτρης δεν έφυγε.
Πριν τελειώσει η μέρα, δεύτερη κεραμίδα. «Έφυγε ο Μιχάλης». Τι γίνεται ρε παιδιά; Μας περικυκλώνει το σκοτάδι. Παγωμάρα ξανά. Κι ένα μυαλό που λες κι είναι ρυθμισμένο σε τέτοιες στιγμές να διαγράφει το σήμερα και να τρέχει στο χθες. Τότε που πειραζόμασταν για τα πολιτικά, έχοντας και οι δύο ήδη συνειδητοποιήσει πως όλοι εκείνοι που πιστέψαμε μάς πρόδωσαν. Τότε που το δικό μου άγχος συγκρουόταν με τη δική του χαλαρότητα κι εκείνο το «μην αγχώνεσαι ρε, όλα θα γίνουν»… Κι όντως όλα γίνονταν όπως τα θέλαμε. Τότε που τα πίναμε στον Ντίνο (έφυγε κι αυτός) και ρίχναμε και καμιά ζεϊμπεκιά από κείνες που κουβαλούν εικόνες, συναισθήματα, νοσταλγικά γυρίσματα. Τότε που μού ‘λεγε «ρε σύντροφε, είσαι ο ίδιος ο θκειός μου ο δημόσιος υπάλληλος» κάθε που με έβλεπε να φεύγω για μεσημεριανό ύπνο. Μέρες πολλές και νύχτες αμέτρητες. Πάντα με την αίσθηση του εφήμερου που επιβάλλει να ζεις, να διασκεδάζεις, να αγαπάς κάθε στιγμή. Γιατί, σ’ αυτή την έρμη τη ζωή μαθαίνουμε μόνο την ημερομηνία έναρξης. Ποτέ την ημερομηνία λήξης.
«Έφυγαν» ο Δημήτρης και ο Μιχάλης. Δύο μέρες, δύο κηδείες. Μια γενιά που, όσο πάει, πιο πολύ ανταμώνει σε κηδείες. Μια γενιά που έμαθε να ανταμώνει σε ταβέρνες και ρεμπετάδικα, σε φιλικές συνάξεις και στους διαδρόμους της δουλειάς που, από τις ώρες που αφιερώναμε εκεί, γινόταν το δεύτερό μας σπίτι.
Φεύγουν οι άνθρωποι. Και μαζί τους οι άλλες εποχές. Της παρέας, της αληθινής συντροφικότητας, του «μην αγχώνεσαι ρε, όλα θα γίνουν».
Τελικά κάποιοι αποφασίζουν να φύγουν νωρίς. Πριν φθαρούν, πριν χάσουν τη νιότη, πριν η συμπεριφορά μιας ολόκληρης ζωής συγκρουστεί βίαια με την ανημπόρια των γηρατειών. Γιατί αν είναι κάτι που στριφογύριζε στο μυαλό μου στις κηδείες της Τετάρτης και της Πέμπτης, ήταν οι στίχοι του Νικόλα Άσιμου.
Ρε μπαγάσα, περνάς καλά εκεί πάνω;
Κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω.
Κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις
ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις
κι ότι σού ‘ρθει κατεβάζεις
μη θαρείς πως με ταράζεις…
Καλό ταξίδι αδέλφια. Εσείς φτιάξατε με τη ζωή σας «τραγουδάκια με τα όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν»…
ΜΠΑΓΑΣΑΣ – ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ