Την Κυριακή η ιστορία γράφεται ξανά, η 110ή έκδοση του Indianapolis 500 ετοιμάζεται να ξεκινήσει
Δεν είναι μυστικό. Το Indy 500 δεν το παρακολουθώ απλώς. Το κουβαλώ μέσα μου σαν εμμονή που επιστρέφει κάθε χρόνο, σχεδόν τελετουργικά, όταν η άνοιξη αρχίζει να γέρνει προς τον Μάιο και η πίστα της Indianapolis, που γεννά θρύλους από το 1911 μέχρι τις μέρες μας, αρχίζει να γεμίζει τα πνευμόνια μου με βενζίνη, ιστορία και μύθο.
Το δικό μου πάθος με τον αγώνα ξεκίνησε το 1989, όταν είδα στο εξώφυλλο του περιοδικού Autosport -που έφτανε πάντα καθυστερημένα στην Κύπρο- κάποιον Emerson Fittipaldi να κερδίζει τον αγώνα, και έκτοτε το Indy 500 ρίζωσε βαθιά μέσα μου.
Όταν αντιληφθεί κανείς πως λειτουργούν οι νόμοι της φυσικής σε μια οβάλ πίστα, αμέσως συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει τίποτα πιο μαγικό στον κόσμο των αγώνων και ότι η κούρσα των 500 μιλίων της Indianapolis αποτελεί -μαζί με την 24ωρη κούρσα του Le Mans- τη σπουδαιότερη κούρσα στη Γη.
Την Κυριακή, η ιστορία γράφεται ξανά. Η 110ή έκδοση του Indianapolis 500 ετοιμάζεται να ξεκινήσει, προσθέτοντας ακόμη ένα κεφάλαιο σε έναν αγώνα όπου το αδύνατο κάνει πάντα στην άκρη.
Για τρεισήμισι περίπου ώρες οι πιλότοι βρίσκονται (κυριολεκτικά!) σε κατάσταση συναγερμού και συνάμα έκστασης στο πιλοτήριο, αφού καλύπτουν εκατόν μέτρα το δευτερόλεπτο, χωρίς να σταματούν να πολεμούν με άλλα 32 μονοθέσια, τα οποία επηρεάζουν το αεροδυναμικό κράτημα της δικής τους βολίδας, ακόμα και όταν ένα από αυτά βρίσκεται 750 μέτρα μακριά.
Γύρω σου, βλέπεις να σε προσπερνά σαν θολούρα μπετόν στα δεξιά και γρασίδι στα αριστερά: μια αστραπή κόσμου που δεν προλαβαίνεις να αναλύσεις, μόνο να σεβαστείς.
Ένα περαστικό, «αθώο» σύννεφο που σκεπάζει στιγμιαία την πίστα, ρίχνοντας τη θερμοκρασία της ασφάλτου μόλις δύο βαθμούς, αρκεί για να μετατοπίσει τα όρια της πρόσφυσης και να σε στείλει, χωρίς δεύτερη προειδοποίηση, σε τροχιά προς τον τοίχο.
Όταν βρεθείς σε τέτοιους μπελάδες -να προσπαθείς να ξεφύγεις από τα σαγόνια της καταστροφής προτού αυτά κλείσουν ερμητικά- έχουμε μάθει από τον θρυλικό, τον τιτανοτεράστιο Rick Mears, ότι στην οβάλ πίστα δεν διορθώνεις απλώς με ανάποδο τιμόνι τη στιγμή που αρχίζει να φεύγει η ουρά: αφού κάνεις ανάποδο τιμόνι, περιμένεις εκείνη τη σχεδόν αόρατη στιγμή που τα πίσω λάστιχα αρχίζουν ξανά να “δαγκώνουν” την άσφαλτο, και τη στιγμή ακριβώς πριν το κάνουν ευθυγραμμίζεις το βολάν. Έτσι, και μόνο έτσι, σώζεται ή χάνεται το παιχνίδι (όπως ανακάλυψαν παλιοί θρύλοι της F1 που λειτούργησαν απλώς από ένστικτο και δάγκωσαν τον τοίχο της Indianapolis).
Έχεις απειροελάχιστα κλάσματα δευτερολέπτου για να αντιδράσεις και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που, ως θεατής πίσω από την ασφάλεια του καναπέ μου κάθε Μάιο, νιώθω μόνο θαυμασμό για τον Palou (λέγε με «εξωγήινο»), τον McLaughlin, τον Dixon, τον Power και τους υπόλοιπους «ιππότες της ασφάλτου» που έχουν αισθητήρια όργανα οξυμένα στα όρια του ενστίκτου, αντανακλαστικά αστραπής και νεύρα από ατσάλι.
Περισσότερα στο βιβλίο μου «Ύμνος στην Ταχύτητα» – Δημήτρης Γιόκκας 2020