Διερωτώμαι οι πολιτειακοί μας άρχοντες χρησιμοποίησαν ποτέ τα επείγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο. Και αν ναι, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω τι ένοιωσαν και πως έφυγαν
Λένε πως αν θέλεις να δεις τον πολιτισμό μιας χώρας θα πρέπει να επισκεφθείς τα επείγοντα περιστατικά στο κρατικό Νοσοκομείο. Εκεί θα δεις πώς φέρεται το κράτος στους πιο αδύναμους. Στους ηλικιωμένους. Στους ασθενείς. Σε εκείνους που, έστω για μια στιγμή, δεν μπορούν να σταθούν μόνοι τους. Εκεί όπου η ανάγκη είναι άμεση και που η αξιοπρέπεια δοκιμάζεται.
Πριν δύο βδομάδες, η προχωρημένη σε ηλικία μητέρα μου, έπεσε και χτύπησε σοβαρά τον σπόνδυλο της. Μια γυναίκα που σε όλη της τη ζωή στάθηκε όρθια. Δούλεψε, πρόσφερε, βίωσε την προσφυγιά μεγάλωσε παιδιά με περηφάνεια, πλήρωσε φόρους, δεν απαίτησε ποτέ τίποτα περισσότερο από το αυτονόητο. Γενναίος άνθρωπος.
Καθισμένη σε αναπηρικό καροτσάκι, με τον πόνο να διαπερνά κάθε της κίνηση, δεν διαμαρτυρόταν. Περίμενε παρά τον πόνο με ιώβεια υπομονή. Μας έδωσαν έναν αριθμό. Καθίσαμε. Περιμέναμε να τη δει γιατρός, ώστε να μας παραπέμψει για τις απαραίτητες ακτινογραφίες. Η αίθουσα αναμονής ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Άνθρωποι όρθιοι, ηλικιωμένοι σκυφτοί, πρόσωπα κουρασμένα, μάτια θολά από πόνο και αγωνία. Κάθε τόσο άνοιγε η πόρτα και ακουγόταν ένα όνομα. Μια μικρή ανακούφιση για κάποιον. Για τους υπόλοιπους αναμονή.
Σε κάποια στιγμή και αφού πέρασαν δύο ώρες δεν άντεξα. Σηκώθηκα, κτύπησα την πόρτα και ρώτησα ευγενικά ποια είναι η διαδικασία, πόση ώρα θα περιμένουμε. Η απάντηση αόριστη.
«Δεν γνωρίζουμε, κύριε. Εξαρτάται.» Εξαρτάται από τι; Από την αντοχή του ασθενή; Από το πόσο θα αντέξει να πονά χωρίς να λιποθυμήσει; Από το πόσο δυνατά θα φωνάξει;
Πέρασαν πέντε ώρες και βρισκόμασταν στο ίδιο σημείο με τα ίδια δεδομένα. Πέντε ώρες σε καροτσάκι με τραυματισμένο σπόνδυλο. Πέντε ώρες να προσπαθείς να μη μετακινηθείς για να μην ουρλιάξεις. Πέντε ώρες να βλέπεις τη μάνα σου να σφίγγει τα χείλη για να μη δείξει πόσο πονά. Κανείς δεν μας ενημέρωσε, κανείς δεν μας εξήγησε, κανείς δεν μας είπε «κάνετε λίγο ακόμη υπομονή». Κάποια στιγμή κατάλαβα πως δεν περιμέναμε απλώς τη σειρά μας. Περιμέναμε να αντέξει.
Εκείνη την ώρα κατάλαβα ότι όλα ήταν μάταια. Την πήραμε ανορθόδοξα στα χέρια με κίνδυνο να της προκαλέσουμε περισσότερη ζημιά, τη φορτώσαμε στο αυτοκίνητο και φύγαμε. Δεν αντέχαμε άλλο να τη βλέπουμε να υποφέρει αβοήθητη. Έφυγα από εκεί με απογοήτευση και θυμό. Όχι απέναντι στους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Εκείνοι δίνουν καθημερινά μάχες, εξαντλημένοι, συχνά υποστελεχωμένοι, συχνά χωρίς τα μέσα που χρειάζονται. Ο θυμός στρέφεται στην πολιτεία και στο σύστημα.
Μια πολιτεία που δεν μπορεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή και έγκαιρη φροντίδα στους ηλικιωμένους της, δεν δικαιούται να μιλά για πρόοδο. Μια χώρα που αφήνει ανθρώπους που πρόσφεραν μια ζωή να περιμένουν με τις ώρες σε έναν διάδρομο, δεν μπορεί να αυτοαποκαλείται πολιτισμένη.
Ο πολιτισμός δεν φαίνεται ούτε από τους ουρανοξύστες ούτε από τους δείκτες πληθωρισμού. Φαίνεται από τον τρόπο που φερόμαστε στους ηλικιωμένους μας. Φαίνεται στους διαδρόμους των νοσοκομείων, εκεί όπου δοκιμάζεται η ανθρωπιά μας.
Διερωτώμαι οι πολιτειακοί μας άρχοντες χρησιμοποίησαν ποτέ τα επείγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο. Και αν ναι, πολύ θα ήθελα να γνωρίζω τι ένοιωσαν και πως έφυγαν.Top of Form
Σημ: Τελικά η μητέρα είχε κάταγμα σπονδύλου.