Η ακροδεξιά καθορίζει την πολιτική ακόμη κι όταν δεν κερδίζει την εξουσία
Στην πολιτική, η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται μόνο στις ψήφους που συγκεντρώνει ένα κόμμα αλλά στην ικανότητα του να καθορίζει τα ερωτήματα στα οποία οι υπόλοιποι αισθάνονται υποχρεωμένοι να απαντήσουν. Ιδιαίτερα αν το κόμμα αυτό προέρχεται από την ακροδεξιά, μια παράταξη που θεωρούνταν μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μίασμα και επίσημα απαγορευμένη σε πολλές χώρες για να μπορεί να εκφράζεται μέσα από οργανωμένa σύνολa.
Η εικόνα από τις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνείες. To AfD πήρε 43,8%, καταγράφοντας το καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα στην ιστορία του και αφήνοντας το CDU στο 17,2%. Παρά το θλιβερό αποτέλεσμα το κόμμα δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία και με τα υπόλοιπα κόμματα να αποκλείουν τη συνεργασία μαζί του, ο δρόμος προς την εξουσία κάθε άλλο παρά εύκολος είναι σήμερα που μιλάμε. Αυτό όμως είναι κάπως παραπλανητικό. Η νίκη της ακροδεξιάς είναι ακόμη πιο μεγάλη.
Η άλλη μορφή πολιτικής δύναμης
Έχουμε συνηθίσει να μετράμε την πολιτική επιτυχία με ποσοστά, έδρες και συμμετοχή στην εξουσία. Υπάρχει όμως και μια άλλη μορφή πολιτικής δύναμης, που δεν αποτυπώνεται τόσο εύκολα στις κάλπες. Είναι η δυνατότητα ενός κόμματος να καθορίζει την πολιτική ατζέντα. Να επιλέγει, με άλλα λόγια, τα θέματα για τα οποία θα αναγκαστούν να μιλήσουν όλοι οι υπόλοιποι. Και σε αυτό το πεδίο η ευρωπαϊκή ακροδεξιά έχει πετύχει πολύ περισσότερα απ’ όσα δείχνουν τα εκλογικά της ποσοστά.
Μετανάστευση, σύνορα, ασφάλεια, εθνική ταυτότητα, δημογραφικό, νόμος και τάξη έχουν μετακινηθεί τα τελευταία χρόνια στο κέντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης. Προφανώς δεν είναι θέματα που ανήκουν στην ακροδεξιά. Είναι πραγματικά προβλήματα και οι κοινωνίες έχουν κάθε λόγο να απαιτούν απαντήσεις. Το θέμα είναι ποιος καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο συζητούνται και κυρίως ποιος αποφασίζει ότι αυτά είναι τα ζητήματα πάνω στα οποία θα κριθούν κυβερνήσεις και κόμματα.
Πως παρασύρονται τα κόμματα του δημοκρατικού τόξου
Εδώ βρίσκεται και η παγίδα για τα υπόλοιπα κόμματα που αντιμάχονται την ακροδεξιά και στην προσπάθειά τους να ανακόψουν την πορεία της, υιοθετούν συχνά τη θεματολογία της. Όχι κατ’ ανάγκη τις θέσεις της, αλλά τα ερωτήματα της.
Υπάρχουν πλέον και ερευνητικά δεδομένα που καταγράφουν αυτή τη μετατόπιση. Ο Daniel Saldivia Gonzatti και η Teresa Völker ανέλυσαν 520.408 άρθρα σε έξι γερμανικές εφημερίδες, εξετάζοντας την περίοδο από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Διαπίστωσαν ότι η επιρροή της ακροδεξιάς στην επικοινωνία των παραδοσιακών κομμάτων αυξήθηκε με τον χρόνο, ιδιαίτερα σε θέματα όπως η μετανάστευση, το Ισλάμ και η ενσωμάτωση. Χρησιμοποιούν μάλιστα έναν ενδιαφέροντα όρο. Discursive mainstreaming (κανονικοποίηση στο δημόσιο λόγο) Θέματα και αντιλήψεις που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο αποκτούν σταδιακά ορατότητα, νομιμοποίηση και τελικά μια θέση στην κυρίαρχη πολιτική συζήτηση.
Δεν σημαίνει ότι τα παραδοσιακά κόμματα έγιναν ακροδεξιά. Ούτε βέβαια ότι κάθε αυστηρή θέση στο μεταναστευτικό είναι ακροδεξιά. Θα ήταν μια βολική αλλά επικίνδυνα απλοϊκή ανάγνωση. Σημαίνει όμως ότι η πολιτική συζήτηση μπορεί να μετακινηθεί χωρίς να μετακινηθούν στον ίδιο βαθμό τα ίδια τα κόμματα.
Η περίπτωση της Κύπρου
Σε ότι αφορά την Κύπρο το θέμα είναι ότι το μεταναστευτικό πάνω στο οποίο έστησε το κύριο αφήγημα του το ΕΛΑΜ, δεν υπάρχει ως ένα απομονωμένο πολιτικό ζήτημα. Συνδέεται με το Κυπριακό, το δημογραφικό, την ασφάλεια και αναπόφευκτα, με την εθνική ταυτότητα και την αγωνία για το μέλλον του κυπριακού Ελληνισμού. Σε μια χώρα με ανοικτό εθνικό πρόβλημα και κατοχή, αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αφηρημένες ανησυχίες.
Ακριβώς όμως γι’ αυτό, το έδαφος είναι ιδιαίτερα πρόσφορο για έναν πολιτικό λόγο που μετατρέπει σύνθετα προβλήματα σε υπαρξιακά διλήμματα. Το «εμείς» και οι «άλλοι» γίνεται πολύ πιο εύκολο όταν το «εμείς» αισθάνεται ήδη ότι απειλείται.
Το ΕΛΑΜ το έχει αντιληφθεί εδώ και χρόνια. Το ίδιο όμως έχουν αντιληφθεί και τα υπόλοιπα κόμματα που βλέπουν την κοινωνία να «τσιμπά» στα λαϊκίστικα διλήμματα που θέτει η ακροδεξιά. Παρακολουθούν τις αλλαγές στην κοινωνία, βλέπουν πού μετακινούνται οι ανησυχίες των πολιτών και προσαρμόζουν τον λόγο τους. Το ίδιο ισχύει και για την κυβέρνηση.
Η αθόρυβη νίκη της ακροδεξιάς
Δεν έγινε ξαφνικά η Κύπρος χώρα ακροδεξιών. Ούτε είναι ακροδεξιός όποιος ανησυχεί για τη μετανάστευση, το δημογραφικό ή την ασφάλεια. Αν αρχίσουμε να μοιράζουμε τέτοιες ταμπέλες, μάλλον θα πετύχουμε το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουμε. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Είναι σήμερα η πολιτική επιρροή του ΕΛΑΜ μεγαλύτερη από την εκλογική του δύναμη;
Δεν είμαι βέβαιος ότι έχουμε ακόμη την απάντηση. Βλέπουμε όμως ενδείξεις και τάσεις. Θέματα που πριν από μερικά χρόνια βρίσκονταν χαμηλότερα στην πολιτική ατζέντα έχουν ανέβει πολύ ψηλότερα. Λέξεις και επιχειρήματα που κάποτε χρησιμοποιούνταν κυρίως από έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο ακούγονται πλέον πολύ ευρύτερα. Και τα παραδοσιακά κόμματα αισθάνονται όλο και περισσότερο την ανάγκη να τοποθετηθούν σε ένα πεδίο στο οποίο το ΕΛΑΜ αισθάνεται πολιτικά πολύ πιο άνετα.
Με αυτά τα δεδομένα η δύναμη του ΕΛΑΜ δεν πρέπει να μετριέται μόνο με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών. Γιατί μπορεί να μην πήρε τα ποσοστά που ανέμενε παρά την αλματώδη άνοδο στις τελευταίες εκλογές, μπορεί να μην σχηματίζει κυβέρνηση (αν και πολύ κοντά της σήμερα) μπορεί να μην ελέγχει τα υπουργεία, αλλά να έχει ήδη καταφέρει κάτι πολιτικά εξαιρετικά σημαντικό που είναι το να οριοθετεί τη συζήτηση. Και ίσως αυτή να είναι η πιο αθόρυβη και ταυτόχρονα η πιο σημαντική νίκη της ακροδεξιάς. Να καθορίζει την ατζέντα. Και καθώς οι προεδρικές εκλογές του 2028 θα πλησιάζουν, πολύ φοβάμαι ότι το φαινόμενο αυτό θα γιγαντώνεται.