Νομίζεις ότι όλοι σκέφτονται σαν εσένα. Ότι όλοι συμφωνούν μαζί σου. Bubble λέγεται αυτό. Bubble!
Το (μακρινό) 2012 έγραψα τη λέξη αυτή σε μια λευκή κόλλα.
Imagine. Με αφορμή το ομώνυμο αγαπημένο μου τραγούδι.
Ακολούθησαν κι άλλες λέξεις και κάπως έτσι προέκυψε το πρώτο μου άρθρο στο CyprusNews. Δεν θυμάμαι αν τότε είχα σκοπό να συνεχίσω. Μάλλον όχι.
Αλλά συνέχισα.
Άρχισα να γράφω.
Για όσα με ενοχλούσαν. Για όσα μας έκαναν να γελούμε. Ενίοτε και να κλαίμε. Για όσα μας θύμωναν. Για όσα μας πλήγωναν. Για την κοινωνία μας. Για τον ρατσισμό. Την ξενοφοβία. Την ομοφοβία. Την παιδεία. Το Κυπριακό. Την επανένωση. Τη διαπλοκή. Την υποκρισία. Την ανθρώπινη βλακεία, που ομολογουμένως είναι ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης.
Έγραφα και για τον Λίο. Τον τετράποδο φίλο του Προεδρικού. Ημερολόγιο ολόκληρο. Μας τον φάγανε.
Έγραφα και για τον Αρχιεπίσκοπο τον Β’. Τόμους ολόκληρους. Έδινε όμως μπόλικο υλικό ο μακαριστός. Κάποια στιγμή ίσως σκεφτώ να εκδώσω τα Άπαντα Του.
Και στο σημείο αυτό οφείλουμε να θυμηθούμε ένα από τα σημαντικότερα θεολογικά διδάγματα της εποχής που φρόντισε να μας αφήσει ως ανεκτίμητη κληρονομιά:
Ο Θεός δεν σώζει κανένα δωρεάν.
Respect.
Κάποια στιγμή λοιπόν, τα κείμενα άρχισαν να έχουν και λίγη απήχηση. Likes. Shares. Σχόλια.
Νιώθεις ωραία. Σαν πλούσιος στη Monopoly ένα πράγμα.
Και κυρίως παρασύρεσαι.
Νομίζεις ότι όλοι σκέφτονται σαν εσένα. Ότι όλοι συμφωνούν μαζί σου. Ότι η κοινωνία αλλάζει και ότι εσύ, ο δύσμοιρος, κάτι κάνεις.
Bubble λέγεται αυτό. Bubble!
Διότι τις λίγες φορές που δοκίμαζα να βγω από το bubble, διαπίστωνα ότι απέναντι υπήρχε ένας άλλος κόσμος.
Και, αμαρτία εξομολογημένη, ήταν και περισσότεροι. Κι έτσι επέστρεφα στο bubble μου.
Κάπου στην πορεία, για διάφορους λόγους, σταμάτησα να γράφω συστηματικά. Μια παύση. Μεγαλύτερη απ’ όσο υπολόγιζα.
Μες το καλοκαίρι εμφανίστηκε στο messenger η Μαρίνα. Εδώ, η Αρχισυντάκτρια.
«Θα μας γράφεις;», μου είπε.
Στον Άλφα της Κυριακής εννοούσε.
Ελπίζω δηλαδή.
Και σκέφτηκα: γιατί όχι;
Να μου πείτε, ωραία εποχή διάλεξες να επιστρέψεις στη γραφή. Τώρα που το ΑΙ τα γράφει όλα τέλεια.
Και ορθογραφημένα. Και με τις άνω τελείες τους. Και με τις παύλες τους στις σωστές θέσεις. Και με εκείνους τους διπλούς τόνους που ούτε ξέραμε ότι υπάρχουν.
Τέ-λει-α.
Εδώ κάτι φυντάνια που μέχρι χθες δεν μπορούσαν να σταυρώσουν πρόταση, σήμερα την είδαν Πλάτωνας και Αριστοτέλης.
Έχουν πλάκα όμως. Και ειδικά στον χώρο της πολιτικής. Κάτι περισπούδαστες φράσεις που άμα τις διαβάσεις ξανά διερωτάσαι «Μα τι είπες τώρα βρε ποιητή;».
Τέλος πάντων. Ας τα γράφει το ΑΙ τέλεια. Θα τα πούμε κάποια στιγμή και γι’ αυτό. Ούτως ή άλλως η τεχνητή νοημοσύνη θα «νικήσει» πολλά. Μόνο την ανθρώπινη βλακεία, χλωμό το βλέπω.
Εγώ λοιπόν εξακολουθώ να ανήκω στους ρομαντικούς. Σε αυτούς που πιστεύουν ότι το γράψιμο και η επικοινωνία θα έχουν πάντα κάτι ανθρώπινο. Κάτι προσωπικό. Μια προσωπική ιστορία. Ένα χαμόγελο. Νεύρα. Μια ανάμνηση. Ένα μαργαριτάρι που άκουσες το πρωί και δεν μπορείς να το βγάλεις από το μυαλό σου.
Γι’ αυτό είπα να ξαναγράψω.
Με καλούπια δυσκολεύομαι. Το ξεκαθάρισα.
Μπορεί να ξεκινήσω από μια είδηση. Από μια λέξη. Από μια εικόνα. Από ένα συναίσθημα. Από κάτι που με έκανε να γελάσω ή να θυμώσω.
Να μου πείτε, πεδίον δόξης λαμπρόν.
Να μας κάψει.
Θα τα λέμε λοιπόν μέσα-μέσα κι από εδώ.
Από τον Άλφα της Κυριακής.
Υ.Γ. «Να γράφεις», μου λένε κατά διαστήματα και διάφοροι άλλοι φίλοι και γνωστοί.
«Δεν θέλω να γράφω», τους απαντώ.
Imagine να ζούσαμε σε μια κανονική χώρα. Να τρέχαμε αμέριμνοι στα λιβάδια σαν αγελάδες ελευθέρας βοσκής και να μην είχαμε κανένα λόγο να γράφουμε.
Απλά imagine.