-Κάποτε το Κυπριακό ήταν οι άνθρωποι. Σήμερα είναι οι εξουσίες
Το φίλμ ήταν ασπρόμαυρο. Προσφυγικοί καταυλισμοί, λεωφορεία με αιχμαλώτους, νεκρά κορμιά στα ερείπια κάποιου ξενοδοχείου. Εικόνες φρίκης, έννοιες άγνωστες που εισέβαλαν βίαια στο μυαλό μιας ολόκληρης γενιάς. Δέκα χρόνων ήμουν τότε.
Όλο αυτό το μαύρο σύννεφο που έκατσε σαν τεράστιος βράχος πάνω στις ψυχές μας, με ένα μόνο τρόπο μπορούσε να παραμεριστεί. Να γίνουν όλα όπως πριν! Να φύγουν οι ξένοι, να επιστρέψουν οι άνθρωποι στα σπίτια τους, να βρούμε και τους αγνοούμενους που -δεν μπορεί- κάπου θα τους είχαν κρυμμένους. Το παιδικό μυαλό μπορεί να λύσει εύκολες μόνο εξισώσεις. Και αφού κανείς δεν φρόντισε να μας εξηγήσει ότι αυτή δεν θα ήταν ποτέ μια εύκολη εξίσωση και ότι, απεναντίας, ήταν φορτωμένη με πολύ περίπλοκα και σύνθετα στοιχεία, διατηρήσαμε αυτή την αντίληψη και στην εφηβεία και ακόμη πεισσότερο.
Το φίλμ άρχισε να γίνεται σιγά-σιγά έγχρωμο. Κάπως ξεθωριασμένο στην αρχή καθώς οι προβολείς έπεφταν στο μισό κομμάτι της πατρίδας. Το άλλο μισό, παρέμενε στο σκοτάδι. Ο φακός δεν μπορούσε να το καταγράψει. Έμοιαζε ο τόπος με κάτι απόκοσμο όπου στη μια πλευρά ήταν μέρα και στην άλλη νύχτα. Κάπου εκεί αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε πως «τα πράγματα δεν θα γίνουν όπως πριν». Τουλάχιστον όμως, όσο περισσότεροι άνθρωποι να επιστρέψουν στα σπίτια τους, όσο πιο πολλοί στρατιώτες να φορτωθούν στα καράβια της αποχώρησης και όσο πιο λίγοι κουβαλητοί να βολευτούν σε αυτό που θα ονομάζαμε νέα εποχή.
Τα χρώματα του φίλμ έγιναν ζωηρά σε μια μόνο στιγμή. Τότε που άνοιξαν τα οδοφράγματα και εκτός από τη διάθεση των ανθρώπων να δώσουν ένα τέλος σε αυτό το περίεργο πράμα μέσα στο οποίο υποχρεώθηκαν να ζήσουν, αποκαλύφθηκαν κάποια σημαντικά και άγνωστα στοιχεία. Πράγματι, το άλλο μισό του τόπου ζούσε στο σκοτάδι. Ήταν λες κι ο χρόνος σταμάτησε σε κείνο το καλοκαίρι του ’74. Κι αυτό έκανε τα πράγματα λίγο πιο εύκολα. Θα μπορούσαν οι άνθρωποι να γυρίσουν στα σπίτια τους στις περιοχές που θα επιστρέφονταν, θα μπορούσαν να γυρίσουν και σε αυτές που θα έμεναν υπό τουρκοκυπριακή διοίκηση αφού στην πλειοψηφία των περιουσιών δεν υπήρξε καμία διαφοροποόιηση, θα μπορούσαν και οι ξένοι να ενσωματωθούν -ως μικρή μειοψηφία- στο νέο σκηνικό. Θα μπορούσαν και οι στρατιώτες να μαζευτούν σ’ ένα μόνο στρατόπεδο.
Τα ζωηρά χρώματα στο φίλμ δεν άρεσαν σε κάποιους. Γι’ αυτό έριξαν ξανά μαύρο. Μάς γύρισαν πίσω στην παιδική εξίσωση «τα πράματα να γίνουν όπως πριν». Και κατάφεραν να μας πείσουν πως εκείνη τη στιγμή αυτό ήταν απολύτως εφικτό.
Το φίλμ του Κυπριακού, ασπρόμαυρο ή έγχρωμο, για πολλά χρόνια είχε εικόνες αληθινές. Είχε ανθρώπους, είχε συναισθήματα, είχε τόπους αγαπημένους, είχε αναμνήσεις και ιστορίες. Θα μπορούσαν οι ασπρόμαυρες εικόνες των καταυλισμών να γίνονταν έγχρωμες στα χωριά μας και εκείνες των λεωφορείων με τους αιχμάλωτους να γίνονταν οι εικόνες της επιστροφής. «Πάει, έφυγε το τρένο»…
Σήμερα, στα περασμένα 60 πια, δεν έχει πια σημασία το φίλμ του Κυπριακού. Έτσι κι αλλιώς, όπου κι αν γυρίσει ο φακός αυτό που θα καταγράψει θα είναι ουρανοξύστες, τεράστια τουριστικά και οικιστικά συγκροτήματα, καλοντυμένους κύριους και κυρίες που παλεύουν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν το μικρό ή μεγάλο κομμάτι της εξουσίας τους. Πότε ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε για πρόσφυγες και δεν αφορούσε κάποια επιδόματα; Ποια ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε για τις περιουσίες και δεν αφορούσε κάποια συζήτηση ενυπόθηκου δανείου; Ποια ήταν η τελευταία φορά που ακούσατε για κατεχόμενα χωριά και πόλεις και δεν αφορούσε κάποιες νέες τουριστικές αναπτύξεις Ισραηλινο-Ρώσων επιχειρηματιών;
Κάποτε το Κυπριακό ήταν οι άνθρωποι. Σήμερα είναι οι εξουσίες…