Από τις Στρατηγικές στις Πράξεις Ισότητας
H Αλεξάνδρα Ατταλίδου είναι βουλεύτρια Λευκωσίας – VOLT
Η πρόσφατη παρουσίαση της νέας στρατηγικής της Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταπολέμηση του ρατσισμού σηματοδοτεί μια κρίσιμη στιγμή για το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Σε μια περίοδο κατά την οποία οι κοινωνικές ανισότητες, η άνοδος του εξτρεμισμού και η κανονικοποίηση της ρητορικής μίσους απειλούν τη δημοκρατική συνοχή, η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αποδείξει ότι η «Ένωση Ισότητας» δεν είναι απλώς ένα σύνθημα, αλλά μια απτή πολιτική δέσμευση.
Η νέα στρατηγική βασίζεται στο Σχέδιο Δράσης της ΕΕ κατά του Ρατσισμού 2020–2025 και αναγνωρίζει, με ειλικρίνεια, ότι παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, ο ρατσισμός παραμένει βαθιά ριζωμένος. Το γεγονός ότι σχεδόν δύο στους τρεις Ευρωπαίους πολίτες θεωρούν τις φυλετικές διακρίσεις ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα, όπως καταγράφεται στο τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, αποτελεί σαφή προειδοποίηση: οι πολιτικές μέχρι σήμερα δεν επαρκούν.
Η Επιτροπή θέτει τρεις κεντρικούς στόχους: την πλήρη εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας κατά των διακρίσεων, την ουσιαστική άρση των κοινωνικών και οικονομικών εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι ευάλωτες ομάδες, και τη δημιουργία ισχυρών αντιρατσιστικών συμπράξεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόθεση ενίσχυσης της επιβολής της Οδηγίας για τη Φυλετική Ισότητα, η αυστηρότερη αντιμετώπιση της ρητορικής και των εγκλημάτων μίσους —ιδίως στο διαδίκτυο — καθώς και η καλύτερη στήριξη των θυμάτων, με σεβασμό πάντοτε στην ελευθερία της έκφρασης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνουμε και στο Volt, οι στρατηγικές αυτές θα κριθούν αποκλειστικά από την εφαρμογή τους. Για εμάς, ο ρατσισμός δεν είναι μόνο ζήτημα ατομικών στάσεων, αλλά πρωτίστως συστημικό πρόβλημα. Εκδηλώνεται στην άνιση πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην αγορά εργασίας, στη στέγαση και στην υγειονομική περίθαλψη. Γι’ αυτό απαιτούνται δεσμευτικοί μηχανισμοί εφαρμογής, διαφάνεια, αξιόπιστα δεδομένα και ουσιαστική λογοδοσία των κρατών μελών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αυξανόμενη χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα. Η πρόθεση της Επιτροπής να δώσει έμφαση, στην έκθεση του 2026, στους αλγοριθμικούς κινδύνους διακρίσεων είναι θετική, αλλά πρέπει να συνοδευτεί από σαφείς κανόνες, αυστηρό έλεγχο και δικλείδες προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η τεχνολογία οφείλει να υπηρετεί την ισότητα — όχι να αναπαράγει προκαταλήψεις.
Για το Volt, μια πραγματικά αντιρατσιστική Ευρώπη σημαίνει επίσης ισχυρούς και ανεξάρτητους εθνικούς φορείς ισότητας, επαρκή χρηματοδότηση της κοινωνίας των πολιτών και ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των κοινοτήτων που πλήττονται από τις διακρίσεις στη χάραξη πολιτικής. Η ισότητα δεν επιβάλλεται από τα πάνω· οικοδομείται με συμμετοχή, εμπιστοσύνη και κοινωνική δικαιοσύνη.
Η νέα στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ένα αναγκαίο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: θα τολμήσει η Ευρώπη να μετατρέψει τις δεσμεύσεις της σε πραγματικές αλλαγές στην καθημερινότητα των ανθρώπων; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει όχι μόνο την αξιοπιστία της πολιτικής κατά του ρατσισμού, αλλά και το ίδιο το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.