Ο αρθρογράφος Καρεκλάς μπορεί να έχει όποια γνώμη θέλει, αλλά ο συνεντευξιαστής Καρεκλάς δεν σχολιάζει, δεν ειρωνεύεται, δεν καταδικάζει – μόνο ρωτά. Δεν τον ενδιαφέρει να μάθει το κοινό του τι πιστεύει ο ίδιος, αλλά τι πιστεύει ο καλεσμένος του
Η συνέντευξη του Γιάννη Καρεκλά, παλαιού δημοσιογράφου με τεράστια εμπειρία, με τον νεαρό πρόεδρο της Άμεσης Δημοκρατίας Φειδία Παναγιώτου, έμοιαζε με μια συζήτηση του συντηρητικού πατέρα με τον αντισυμβατικό γιό, του αυστηρού διευθυντή σχολείου με τον άτακτο μαθητή ή του βλοσυρού ανακριτή με τον υπό έρευνα ανακρινόμενο – διαλέξτε την αναλογία που σας ταιριάζει.
Το πατερναλιστικό, ειρωνικό και υποτιμητικό ύφος του συνεντευξιαστή ανέδειξε τον συνεντευξιαζόμενο. Μας θύμισε ότι σε μια μιντιακή συνομιλία, ακόμη κι αν δεν έχεις τίποτα να πεις, μπορείς να κερδίσεις τις εντυπώσεις αν εμφανισθείς ως «θύμα» – αναδεικνύεσαι χάρη στην έπαρση του συνομιλητή σου. Σε μια τηλεοπτική συνομιλία αναμένουμε σχετική ισοτιμία και αμεροληψία εκ μέρους του δημοσιογράφου, όχι εμφανή τάση κυριαρχίας και κατάφωρη μεροληψία. Στοιχειώδες!
Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για χάσμα γενεών, αλλά αυτή θα ήταν μια εύκολη εξήγηση. Πρόκειται, περισσότερο, για το χάσμα μεταξύ του ανθρώπου που αντιλαμβάνεται το πολιτικό κατεστημένο ως δεδομένο φυσικό φαινόμενο και του νεαρού που κατανοεί ότι, στην εποχή της ρευστότητας, τα πάντα ρει. Ο ένας, παλαιός μέτοχος στο πολιτικό-μιντιακό σύστημα, θεωρεί τις παραδοσιακές ιεραρχίες και ιεραρχήσεις αυτονόητες, ενώ ο άλλος, νεότευκτος πολιτικός του διαδικτύου, ζει και αναπνέει ως παρατηρητής – του εαυτού του και των άλλων – στα social media. Ο «πατέρας» μιλά την επίσημη γλώσσα της γενιάς του, με παραδοσιακό λεξιλόγιο και στρογγυλεμένες φράσεις, ενώ ο «γιός» τη δημώδη γλώσσα της εποχής του – ασύντακτο μίγμα διαλέκτου, κοινής ελληνικής και αγγλισμών. Ο «διευθυντής» είναι γραβατωμένος και σοβαροφανής, ο «μαθητής» άνετος, casual και παιγνιώδης. Ο δημοσιογράφος έχει ως μέτρο σύγκρισης την πολιτική εποχή της νεότητάς του, τότε που ρόλοι και ταυτότητες ήταν αυτονοήτως δεδομένα, ενώ ο νεαρός πολιτικός βλέπει την πολιτική ενασχόληση ως καρναβαλική χλεύη και διαδικτυακή εφαρμογή για likes και views. Ασύμπτωτοι κόσμοι.
Ο βετεράνος δημοσιογράφος φανέρωσε την άγνοια του υβριδικού κόσμου μας κάνοντας μια διάκριση, η οποία είναι ακατάληπτη από τον «ανακρινόμενο» πολιτικό: «είστε influencer ή πολιτικός;». Μόνο κάποιος που δεν κατανοεί την εποχή του θέτει το ερώτημα αυτό. Ο πολιτικός, σήμερα, για να είναι επιδραστικός, πρέπει να είναι και influencer, επεσήμανε σωστά ο αντισυμβατικός «μαθητής». Οι ρόλοι στη ρευστή εποχή μας εναλλάσσονται, ανασυντίθενται, μεταλλάσσονται. Πολιτικός για τον βλοσυρό «ανακριτή» σημαίνει γραβάτα, παραδοσιακό κόμμα, στόμφο, «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», και εύκολη ταξινόμηση στον κομματικό χάρτη. Φυσικά, σημαίνει και ρουσφέτι, διαφθορά, και ψηφοθηρία και όλα τα συμπαρομαρτούντα, αλλά αυτά δεν λέγονται. Βασικό στοιχείο της συστημικής λογικής είναι η υποκρισία: άλλα να λες κι άλλα να κάνεις∙ να σπρώχνεις κάτω από το χαλί τα άβολα, να λες με ξύλινο λόγο τα αναμενόμενα∙ να μιλάς όχι γιατί έχεις κάτι να πεις αλλά γιατί πρέπει να ακουστείς.
Δεν ξέρω αν ο δημοσιογράφος υποτίμησε επίτηδες τον εαυτό του χάριν της υψηλής τηλεθέασης, την οποία, τελικά, πέτυχε. Όπου η επιτυχία κρίνεται από τα likes, οι άνθρωποι έχουν το διαστροφικό κίνητρο ακόμα και να αυτογελοιοποιούνται προκειμένου να τα εξασφαλίσουν. Δεν το ξέρω. Ξέρω, όμως, ότι όπως ο Φειδίας κάνει κωλοτούμπες στο Ευρωκοινοβούλιο και προσποιείται τον κλόουν για να κερδίσει την προσοχή του κόσμου στα social media (το είπε ευθέως στη συνέντευξη), ο κ. Καρεκλάς έκανε τις δικές του ρητορικές ταχυδακτυλουργίες, χρησιμοποιώντας ειρωνεία και υποτίμηση, για να προκαλέσει την αντίδραση του συνομιλητή του. Απέτυχε. Αν κάποιος εκτέθηκε είναι ο ίδιος.
Ο κ. Καρεκλάς νόμιζε ότι θα στρίμωχνε τον Φειδία αλλά αυτός, έξυπνα, συχνά απαντούσε στην ερώτηση με αντερώτηση. Απαξίωνε ο δημοσιογράφος την άμεση δημοκρατία (ρωτάμε τους πολίτες να μας πουν τι θέλουν); Απαντούσε ο συνομιλητής του με μια ερώτηση κοινής λογικής: «δηλαδή δεν έπρεπε να είχαν ερωτηθεί οι πολίτες για το σχέδιο Ανάν; Δεν πιστεύετε στη δημοκρατία κ. Καρεκλά;». Μαντέψτε ποιος βγαίνει νικητής σε ένα τέτοιο μπρα ντε φερ.
Αν ο κ. Καρεκλάς ήθελε όντως να λειτουργήσει ως δημοσιογράφος, όφειλε αφενός να είναι αμερόληπτος (θα έρθω σε αυτό σε λίγο), αφετέρου να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης. Όταν λ.χ. τον ρωτά για την ιδεολογία του, δεν είναι βέβαιο ότι ο Φειδίας αντιλαμβάνεται την έννοια αυτή. Απαντά ότι η ιδεολογία του είναι η «άμεση δημοκρατία». Θα μπορούσε ο δημοσιογράφος να του αντιτάξει ότι η άμεση δημοκρατία δεν είναι ιδεολογία αλλά τρόπος λήψης αποφάσεων. Η ιδεολογία προσδιορίζει κυρίως το περιεχόμενο των αποφάσεων. Τι λέει επ’ αυτού ο Φειδίας;
Σήμερα λ.χ. στην Ελβετία οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν αν θα τεθεί το ανώτατο όριο των 10 εκ. ανθρώπων ως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας. Είναι ένα ωραιότατο παράδειγμα άμεσης δημοκρατίας. Τι απάντηση θα έδινε στο ερώτημα αυτό ο Φειδίας αν ήταν Ελβετός; Η απάντηση είναι εν μέρει συνάρτηση του ιδεολογικού πρίσματος υπό το οποίο βλέπει κανείς τον κόσμο. (Παρεμπιπτόντως, στην Ελβετία, η θέση να τεθεί ανώτατο όριο υποστηρίζεται κυρίως από την άκρα Δεξιά).
Στην πραγματικότητα, ο Φειδίας εξέφρασε στοιχεία της ιδεολογίας του στη συνέντευξη, τα οποία ένας προσεκτικός δημοσιογράφος θα εντόπιζε για να ωθήσει τη συζήτηση σε ένα υψηλότερο επίπεδο.
Ανέφερε λ.χ. ο Φειδίας ότι θα έπρεπε να ερωτηθούν οι πολίτες για το lockdown στην πανδημία του κορονοϊού. Θα μπορούσε να αδράξει την ευκαιρία ο κ. Καρεκλάς για να εμβαθύνει στην άποψη του συνομιλητή του για την εμπειρογνωμοσύνη, την επιστήμη και την προστασία της δημόσιας υγείας. Η άποψή μας για την υγεία είναι αρκετή για την προστασία της υγείας; Θα προσέφευγε ο Φειδίας σε γιατρό ή στα γιατροσόφια για ένα προσωπικό θέμα υγείας; Ποιος πρέπει να αποφασίζει σε θέματα προστασίας της δημόσιας υγείας, όπως αυτό του αφθώδους πυρετού; Οι ειδικοί ή οι ενδιαφερόμενοι; Ωραιότατα θέματα για εμβάθυνση, νοουμένου ότι ο δημοσιογράφος τα αντιλαμβάνεται ως τέτοια.
Επανειλημμένα ο Φειδίας εκθείασε την «αποτελεσματικότητα». Θα μπορούσε να του αντιταχθεί ότι η αποτελεσματικότητα από μόνη της δεν συνιστά αξία. Η αποτελεσματικότητα προσδιορίζεται πάντα σε σχέση με τον σκοπό που υπηρετεί – αποτελεσματικός σε σχέση με τι; Τα κρεματόρια των Ναζί λ.χ. ήταν εξόχως αποτελεσματικά για τη μαζική εξόντωση των Εβραίων – είχαμε για πρώτη φορά την οργάνωση του θανάτου σε βιομηχανική κλίμακα. Η Χαμάς ήταν αποτελεσματική στη μαζική δολοφονία Ισραηλινών στις 7/10/23, όπως η κυβέρνηση Νετανιάχου ήταν αποτελεσματική στη γενοκτονία των Παλαιστινίων στη Γάζα. Αρκεί η αποτελεσματικότητα;
Όταν ο Φειδίας ερωτήθηκε για την υποψήφια η οποία καταδικάστηκε για διακίνηση ναρκωτικών στα Κατεχόμενα, απάντησε ότι «οι άνθρωποι αξίζουν μια δεύτερη ευκαιρία». Ένας απαιτητικός δημοσιογράφος θα μπορούσε αμερόληπτα να επιμείνει: με ποια κριτήρια αποφασίζετε αν κάποιος/α πρέπει να έχει δεύτερη ευκαιρία; Έτσι ωθείς τον συνομιλητή σου να ξεδιπλώσει την όποια σκέψη διαθέτει.
Το χειρότερο απ’ όλα στη συνέντευξη Καρεκλά ήταν η κατάφωρη μεροληψία του στον επίλογό του, στο κλείσιμο της εκπομπής – λειτούργησε ως συστημικό φερέφωνο όχι ως αμερόληπτος δημοσιογράφος. Ξέχασε τα ουσιώδη του ρόλου του: να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε καλύτερα τον συνεντευξιαζόμενο, όχι να μας πει τη γνώμη του γι’ αυτόν. Τη γνώμη θα τη σχηματίσουμε εμείς. Από τον δημοσιογράφο αναμένουμε να μας τροφοδοτήσει με την πρώτη ύλη – τις απαντήσεις του συνεντευξιαζόμενου σε εύστοχες ερωτήσεις.
Είπε στον επίλογό του, μεταξύ άλλων, ο κ. Καρεκλάς, υπονοώντας εμφανώς και αντιδεοντολογικώς (και) τον καλεσμένο του: «Είναι όμως απάντηση σε αυτό το απαξιωμένο, αν δεχθούμε, σύστημα, οι γελοιότητες που παρακολουθούμε σήμερα με τους καιροσκόπους που εμφανίζονται ως αμύντορες της νομιμότητας με πνεύμα εκδικητικό; Θέλουμε δηλαδή μια Βουλή που να έχει εικόνα τσίρκου; Θα είναι οι εκλογές του Μαΐου η γιορτή της Δημοκρατίας ή παρωδία της Δημοκρατίας;».
Η μόνη παρωδία που βλέπω εδώ είναι αυτή της δημοσιογραφίας. Ο αρθρογράφος Καρεκλάς μπορεί να έχει όποια γνώμη θέλει, αλλά ο συνεντευξιαστής Καρεκλάς δεν σχολιάζει, δεν ειρωνεύεται, δεν καταδικάζει – μόνο ρωτά. Δεν τον ενδιαφέρει να μάθει το κοινό του τι πιστεύει ο ίδιος, αλλά τι πιστεύει ο καλεσμένος του. Ακόμα κι ένας βετεράνος της δημοσιογραφίας δεν φάνηκε να το κατανοεί. Κρίμα.