weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
13.09.2026 7:39
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΟΚΚΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΙΟΚΚΑΣ

Όταν η ταχύτητα ξυπνά έναν παλιό, σχεδόν στοιχειωμένο κόσμο, εκεί όπου οι κεκλιμένες στροφές μοιάζουν να θυμούνται όσα ο χρόνος προσπάθησε να ξεχάσει

Οι βολίδες της Formula 1 επιστρέφουν φέτος στη Μαδρίτη, πρωτεύουσα της Ισπανίας, μετά από 45 χρόνια. Η τελευταία φορά ήταν στις 21 Ιουνίου του 1981, στην δαιδαλώδη πίστα της Jarama, όταν ο θρυλικός Gilles Villeneuve πήρε μια από εκείνες τις νίκες που μοιάζουν με σφάλμα στον κώδικα της πραγματικότητας.

Οδηγώντας ένα κόκκινο «δίπατο λεωφορείο» που έφερε το σήμα του ανορθωμένου αλόγου στο ρύγχος, κατάφερε να κρατηθεί μπροστά από τέσσερις πανίσχυρους διώκτες, κρατώντας τους πίσω του για μία ώρα και 46 λεπτά, σε μια μάχη που έμοιαζε να αψηφά κάθε λογική. Μέχρι που τα πέντε μονοθέσια πέρασαν σχεδόν μαζί τη γραμμή του τερματισμού, χωρισμένα μεταξύ τους από μόλις 1.2 δευτερόλεπτα.

Ο Antonio Tomaini, ο άνθρωπος που είχε σχεδιάσει εκείνη τη Ferrari, έμεινε να κοιτάζει απορημένος από το υπερυψωμένο πόστο των pits, ενώ ο Gordon Murray, της αντίπαλης Brabham, σχολίασε: «Αυτή παραμένει η πιο άξια κερδισμένη νίκη από έναν πιλότο στα χρονικά των αγώνων».

Ήταν η τελευταία νίκη του Gilles Villeneuve.

Για να βρούμε όμως την αρχή της ιστορίας του Ισπανικού Grand Prix, θα πρέπει να γυρίσουμε ακόμη πιο πίσω, στο 1913, πριν η Ισπανία περάσει από δύο παγκοσμίους πολέμους και έναν εμφύλιο.

Τότε, στη Guadarrama, ο Don Carlos de Salamanca, εισαγωγέας των Rolls-Royce στη Μαδρίτη και τρίτος ξάδελφος του βασιλιά της Ισπανίας (!), βρέθηκε στην κορυφή της κατάταξης, έχοντας στα χέρια του μια Rolls-Royce Silver Ghost.

Και, βέβαια, η νίκη δεν θα μπορούσε να έρθει χωρίς μια μικρή βασιλική διευκόλυνση από τον ξάδελφο.

Η Ισπανία είχε μόλις ανοίξει την πόρτα στην ταχύτητα. Και δέκα χρόνια αργότερα, την άνοιξε διάπλατα.

Γιατί εκεί, κοντά στη Βαρκελώνη, θα γεννιόταν μια πίστα που ακόμη και σήμερα μοιάζει σαν ένα κομμάτι ενός άλλου, σκοτεινότερου κόσμου, που ξέφυγε από κάποιον εφιάλτη της μηχανοκίνησης: Η Sitges-Terramar.

Ο Albert Divo κέρδισε εκεί το Ισπανικό Grand Prix του 1923 με μια Sunbeam, έχοντας πίσω του τον Πολωνό κόμη Louis Zborowski με μια αμερικανική Miller. Κι αν αναλογιστεί κανείς πως μιλάμε για περισσότερο από έναν αιώνα πριν, η μέση ωριαία ταχύτητα του Γάλλου προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο δέος: 142.7 χλμ./ώρα.

Όμως δεν ήταν η ταχύτητα που έκανε τη Sitges τρομακτική. Ήταν ο δρόμος.

Οι δύο κεκλιμένες στροφές της, φτιαγμένες από μπετόν, υψώνονταν μέχρι τις 60 μοίρες. Δεν έμοιαζαν με στροφές αλλά με δύο τεράστιους τοίχους που κάποιος, για λόγους που χάθηκαν κάπου μέσα στον χρόνο, είχε στήσει αντικριστά πάνω στη γη.

Όμως η Sitges έμοιαζε να είναι καταδικασμένη από τη στιγμή που γεννήθηκε. Η μεγαλοπρεπής πίστα δεν πρόλαβε ουσιαστικά να γνωρίσει τη ζωή που είχαν ονειρευτεί οι δημιουργοί της. Οι ιδιοκτήτες της αντιμετώπισαν από την πρώτη στιγμή τεράστια οικονομικά προβλήματα, οι πιλότοι έμειναν απλήρωτοι μετά τον αγώνα του 1923 και η Sitges δεν φιλοξένησε ποτέ ξανά Grand Prix.

Κι όμως, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, στέκει ακόμη εκεί. Ένα τεράστιο κομμάτι μπετόν, χαμένο ανάμεσα στα δέντρα, σαν φάντασμα μιας εποχής που αρνείται να φύγει. Οι παλιές καμπές μοιάζουν να κρατούν ακόμη το σχήμα των αυτοκινήτων που πέρασαν από πάνω τους, και όταν πέσει η σιωπή, η Sitges δίνει την παράξενη αίσθηση πως δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ πραγματικά.

Και τώρα, έναν αιώνα αργότερα, η Ισπανία αποκτά κάτι που μοιάζει να ξυπνά την ίδια παλιά μνήμη: την Monumental.

Μια κεκλιμένη στροφή 24 μοιρών, μήκους περισσότερο από μισό χιλιόμετρο, που θα δοκιμάσει τους σύγχρονους μονομάχους στο ολοκαίνουριο Madring της Μαδρίτης.

Δεν έχει τις 60 μοίρες της Sitges, ούτε το γυμνό μπετόν μιας εποχής όπου οι πιλότοι έμπαιναν στις στροφές σχεδόν γυμνοί απέναντι στον θάνατο. Κι όμως, κάτι από εκείνη την εποχή μοιάζει να έχει επιστρέψει.

Στην Monumental, η είσοδος έρχεται με 280 χλμ./ώρα, η έξοδος ανηφορίζει «τυφλά» και για περισσότερα από τέσσερα δευτερόλεπτα το μονοθέσιο μένει flat out, με τις πλευρικές και κατακόρυφες δυνάμεις να λυγίζουν ελαστικά, αναρτήσεις και chassis, την ώρα που το λάδι του κινητήρα μετατοπίζεται απότομα προς τη μία πλευρά και η αντλία αγωνίζεται να το μαζέψει.

Η ακτίνα, η κλίση και το υψόμετρο μεταβάλλονται αδιάκοπα, σαν η ίδια η πίστα να μεταμορφώνεται σε κάθε μέτρο κάτω από τους τροχούς. Και όσο προχωράς, τόσο περισσότερο μοιάζει να σε φυλακίζει μέσα της, αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν υπάρχει πράγματι τρόπος να βγεις από εκεί όπως μπήκες.

Έναν αιώνα μετά τη Sitges, όλα έχουν αλλάξει. Όλα, εκτός από εκείνη την παλιά, αναπάντητη ερώτηση που επιστρέφει μέσα στη βουή των κινητήρων: Πόσο γρήγορα τολμάς να περάσεις;