Θα μπορούσε να ξεκινήσει το άνοιγμα του αεροδρομίου της Τύμπου προς διεθνείς πτήσεις, με τη συμβολή της Frontex, με ταυτόχρονο σταδιακό άνοιγμα του Βαρωσιού ή με ισχυρή απομάκρυνση στρατευμάτων υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ
Έπειτα από πέντε και πλέον δεκαετίες συνομιλιών, από το «τίποτε δεν έχει συμφωνηθεί εάν δεν έχουν συμφωνηθεί όλα», φτάσαμε στο «έχουν συζητηθεί τα πάντα». Μπορεί λοιπόν να μην έχουμε συμφωνήσει οριστικά σε τίποτα, αλλά όσον αφορά το κυπριακό ζήτημα έχουν μπει κατά καιρούς στο τραπέζι σχεδόν τα πάντα. Αποκορύφωμα το τελικό σχέδιο λύσης του 2004 και το πλαίσιο Γκουτέρες που έφτασε πολύ κοντά να αποκτήσει σάρκα και οστά.
Σήμερα, με την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την πολιτική και τους πολιτικούς να βρίσκεται στα τάρταρα, με παγιωμένη την αντίληψη ότι το «κυπριακό δεν λύνεται», με την τόση διαφθορά και απαξίωση του πολιτικοοικονομικού και κομματικού συστήματος, δύσκολα αναμένει κανείς ότι η πρόσφατη πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να φέρει χειροπιαστό αποτέλεσμα.
Στο Volt τοποθετηθήκαμε χωρίς περιστροφές, επισημαίνοντας ότι η κινητικότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, εάν οι δύο ηγέτες δεν δείξουν άμεσα δείγματα γραφής. Δυστυχώς παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις τους, εκτιμούμε ότι οι κινήσεις που κάνουν ή οι προτάσεις στις οποίες εστιάζουν για ΜΟΕ είναι κατώτερες των προσδοκιών του κ. Γκουτέρες και των συνεργατών του. Προσωπικά θα έλεγα, είναι και πολύ κατώτερες των περιστάσεων, συνυπολογίζοντας μάλιστα πως ό,τι γράφεται επί του εδάφους παγιώνεται και δεν ξεγράφεται.
Αυτό τεκμαίρεται δυστυχώς σήμερα, καθώς δεν υπάρχει δεδηλωμένη πρόθεση από κανέναν εκ τω δύο ηγετών για αποφασιστική και ταχύτατη διαδικασία λύσης. Δεύτερον δεν φαίνεται να υπάρχει σήμερα κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα που να έχει προτεραιότητα του το κυπριακό και κανένας πολιτικός ηγέτης που με αξιοπιστία και κύρος να μπορεί να κερδίσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας για να την καθοδηγήσει προς τολμηρές αποφάσεις. Τρίτον, δεν υπάρχει μαγιά ανάμεσα στην κοινωνία που να επιζητά λύση. Για την κυπριακή κοινωνία δεν υπάρχει ούτε ο όρος «τελευταία ευκαιρία» αφού δεν μοιάζει να υπάρχει κοινή αντίληψη γύρω από τον όρο «αναγκαιότητα».
Δεδομένων λοιπόν των συνθηκών, απαιτούνται τολμηρά βήματα και προτάσεις οι οποίες θα σπάσουν το αδιέξοδο και θα αξιοποιούν τα κεκτημένο των συνομιλιών. Δεν θα έλεγα πως είναι ικανό το άνοιγμα ενός οδοφράγματος (που μετά την λύση δεν θα έχει λόγο ύπαρξης) να πείσει κάποιον ότι επίκεται οριστική διευθέτηση το κυπριακού. Κάποτε τα ΜΟΕ αποτελούσαν εργαλεία άρσης της καχυποψίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Σήμερα είναι τα αποφασιστικά άλματα προς την διαδικασία επίλυσης που θα στείλουν το μήνυμα πρωτίστως στην κοινωνία, ότι εννοούμε όσα λέμε, ότι οι λέξεις έχουν ακόμα νόημα. Ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα.
Εφόσον όλες οι πτυχές έχουν συζητηθεί εκτενώς, αυτό που χρειαζόμαστε είναι μια Συμφωνία επί της Αρχής, στη βάση των θεμελιωδών παραμέτρων της λύσης και δέσμευση ότι εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος θα οριστικοποιηθούν και οι τελευταίες λεπτομέρειες ώστε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο να οδηγηθεί σε δημοψηφίσματα. Η δέσμευση θα περιλαμβάνει μάλιστα και υποχρέωση επιστροφής στο τραπέζι των συνομιλιών προς γεφύρωση των διαφορών, ακόμα και σε περίπτωση απόρριψης του σχεδίου στα δημοψηφίσματα. Ταυτόχρονα επί του εδάφους θα επισυμβαίνουν βήματα σημαντικά έτσι που να ανατρέπουν την πορεία προς τη διχοτόμηση και να καθιστούν πλέον την λύση μη αναστρέψιμη.
Για χάρη παραδείγματος αναφέρω ενδεικτικά ότι θα μπορούσε να ξεκινήσει το άνοιγμα του αεροδρομίου της Τύμπου προς διεθνείς πτήσεις, με τη συμβολή της Frontex, με ταυτόχρονο σταδιακό άνοιγμα του Βαρωσιού ή με ισχυρή απομάκρυνση στρατευμάτων υπό την επίβλεψη του ΟΗΕ. Σε κάθε περίπτωση, με τη λύση και ο στρατός θα απομακρυνθεί και το αεροδρόμιο θα μείνει ανοικτό γιατί θα είναι απαραίτητο για την οικονομία όλου του νησιού. Αυτά είναι βήματα μεγάλου βεληνεκούς, που πρώτον θα στείλουν το μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι προχωράμε αποφασιστικά και δεύτερον θα εμπλέξουν την ίδια την κοινωνία στη διαδικασία επίλυσης, η οποία θα βλέπει πλέον χειροπιαστά τι εστί επανένωση.
Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι τα πιο πάνω μπορεί να κρύβουν πολιτικά ρίσκα. Όμως ας παραδεχτούμε ότι το κυπριακό έχει ταλαιπωρηθεί από πολιτικούς ένθεν κι ένθεν χωρίς ανάστημα. Που φοβούνται τη σκιά τους, που τρέμουν μπροστά στην κρίση της ιστορίας ή ενίοτε βολεύονται στην καρέκλα τους. Πενήντα δύο χρόνια από την εισβολή και τόσες δεκαετίες συνομιλιών, το κυπριακό δεν έχει ανάγκη να ταλαιπωρήσει ξανά τις λέξεις. Αναζητούνται ηγέτες που οραματίζονται ένα κοινό μέλλον και που προς αυτό θα πορευτούν κρατώντας με αυτοπεποίθηση το νήμα που θα μας οδηγήσει μακριά από τον κυπριακό λαβύρινθο. Οτιδήποτε άλλο, δεν αφήνει χώρο στην ελπίδα.
Πάνος Παρράς
Συμπρόεδρος του Volt Κύπρος