Οι ίδιες οικογένειες να ξεδιπλώνονται σε κλάδους με δικηγόρους, πολιτικούς, επιχειρηματίες, γιατρούς, υπουργούς, ανθρώπους των media, ανθρώπους των μηχανισμών
Στα τέλη του 2003, όταν ακόμη ήμουν από εκείνους τους νέους ανθρώπους που νομίζουν ότι η ζωή θα τους αποκαλυφθεί σιγά σιγά, με τάξη και λογική, βρέθηκα στη Νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας για την άσκησή μου. Απόφοιτος Νομικής, ψαρωμένος, άβγαλτος, αθώος σε βαθμό αφέλειας, με το μυαλό περισσότερο στις φοιτητικές μου μέρες στη Θεσσαλονίκη παρά στον κόσμο των δικονομικών θεσμών, της τελετουργίας των δικαστηρίων και των άρρητων κοινωνικών κανόνων που με περίμεναν με χαρά χασάπη μετά τις νηστείες.
Μια από τις πρώτες μου γνωριμίες εκεί ήταν με έναν συμπαθή δικηγόρο της Δημοκρατίας. Αφού συστηθήκαμε, με ρώτησε σχεδόν αμέσως, με τρόπο φυσικό, σαν να επρόκειτο για μια απολύτως συνηθισμένη πληροφορία: «Ανήκεις σε μία από τις 100 οικογένειες;». Αιφνιδιάστηκα. Τον ρώτησα σε ποιες οικογένειες αναφερόταν. «Σε αυτές που κυβερνούν την Κύπρο», μου απάντησε, με εκείνο το μισό χαμόγελο που αφήνει πάντα ανοιχτό το ενδεχόμενο να αστειεύεται. Ή να μιλάει απολύτως σοβαρά.
Τότε δεν κατάλαβα. Ίσως γιατί ήμουν πολύ νέος, ίσως γιατί δεν είχα ακόμη μάθει να διαβάζω πίσω από τις λέξεις, ίσως γιατί δεν ήθελα να πιστέψω ότι ένας τόπος μπορεί να είναι τόσο μικρός και τόσο κλειστός μαζί. Η άγνοιά μου έβαλε γρήγορα τέλος στη συζήτηση. Ήταν προφανές ότι δεν ήμουν γόνος αυτών των οικογενειών και άρα δεν χρειαζόταν να ειπωθούν περισσότερα.Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβω τι εννοούσε.
Μεγαλώνοντας, αλλάζοντας δουλειές, διαβάζοντας περισσότερο την ιστορία αυτού του τόπου και συναντώντας στη δημόσια ζωή τους ανθρώπους του, άρχισα να βλέπω το μοτίβο. Τα ίδια επώνυμα. Οι ίδιες γραμμές συγγένειας. Οι ίδιες οικογένειες να ξεδιπλώνονται σε κλάδους με δικηγόρους, πολιτικούς, επιχειρηματίες, γιατρούς, υπουργούς, ανθρώπους των media, ανθρώπους των μηχανισμών. Σήκωνες μια πέτρα και έβρισκες μια σύνδεση. Όχι πάντα παράνομη, όχι πάντα σκανδαλώδη, αλλά σχεδόν πάντα αποκαλυπτική. Ένα πλέγμα συγγενειών, σχέσεων, επιρροής και διαδοχής που δεν έμοιαζε καθόλου τυχαίο.
Η κυπριακή κοινωνία, όπως διαμορφώθηκε από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά, γέννησε μια αστική τάξη εύθραυστη στην αρχή, αλλά επίμονη στη διάρκεια. Μια τάξη που πάτησε πάνω στον πλούτο, στις προσβάσεις, στις εξυπηρετήσεις, στην εγγύτητα προς τη διοίκηση και στην ικανότητα να αναπαράγει τον εαυτό της. Με τα χρόνια, οι οικογένειες αυτές δεν εξαφανίστηκαν. Μετασχηματίστηκαν. Παντρεύτηκαν μεταξύ τους, ισχυροποίησαν δεσμούς, ανανέωσαν την παρουσία τους, φόρεσαν σύγχρονα ρούχα, αλλά κράτησαν ανέπαφο το βασικό τους ένστικτο: την αυτοσυντήρηση.
Αυτό σκέφτηκα ξανά διαβάζοντας τις πρόσφατες καταγγελίες του Μακάριου Δρουσιώτη. Δεν ξέρω αν όλα είναι όπως τα λέει. Ούτε με ενδιαφέρει να υιοθετήσω εύκολα θεωρίες συνωμοσίας, σκοτεινές αδελφότητες και μυστικά κέντρα που κινούν τα νήματα πίσω από κλειστές πόρτες. Ο σκληρός ορθολογιστής μέσα μου αντιστέκεται σε τέτοιες αφηγήσεις. Όμως υπάρχει μια αλήθεια που δεν χρειάζεται υπερβολές για να σταθεί: η δημόσια, πολιτική και οικονομική ζωή της Κύπρου διαμορφώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό από συγκεκριμένους οικογενειακούς και κοινωνικούς πυρήνες ισχύος.
Αυτό δεν είναι μυθιστόρημα. Είναι η κοινωνιολογία του τόπου.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιοι κυβερνούν. Είναι ότι η υπόλοιπη κοινωνία έμαθε να θεωρεί περίπου φυσικό ότι κάποιοι είναι πιο κοντά στο κράτος, πιο οικείοι με την εξουσία, πιο προστατευμένοι από τους θεσμούς και πιο έτοιμοι να επιβιώσουν από κάθε αλλαγή, κάθε κρίση, κάθε σκάνδαλο. Σαν να πρόκειται για φυσικό νόμο και όχι για ιστορική παθογένεια.
Κάποτε αυτό πρέπει να τελειώσει. Όχι με κραυγές, ούτε με εύκολο λαϊκισμό, αλλά με πραγματικό γκρέμισμα των μηχανισμών που συντηρούν αυτή τη διαχρονική κλειστότητα. Με θεσμούς που λειτουργούν. Με λογοδοσία που δεν εξαντλείται στους αδύναμους. Με δημοσιογραφία που δεν καταγράφει απλώς δηλώσεις, αλλά ψάχνει, συνδέει, αποκαλύπτει. Με μια κοινωνία που θα πάψει να υποκλίνεται στα μεγάλα επίθετα.
Γιατί στο τέλος, οι «100 οικογένειες» μπορεί να μην είναι αριθμός. Είναι όμως σύστημα. Και αυτό το σύστημα θέλει, επιτέλους, γκρέμισμα.