Η επικείμενη συνάντηση οφείλει να σηματοδοτήσει την έξοδο από την παρατεταμένη στασιμότητα
Στοχοπροσηλωμένος στην επανέναρξη του διαλόγου δήλωσε ο Πρόεδρος, αν και μόλις λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα είχε προκαλέσει τον Τουρκοκύπριο συνομιλητή του να δηλώσει δημόσια αν υποστηρίζει τη λύση δύο κρατών. Λίγες ημέρες πριν, στο περιθώριο άλλων δηλώσεων, τον είχε και πάλι καλέσει να ξεκαθαρίσει αν προτίθεται να προσέλθει σε συνομιλίες.
Κάπως έτσι τα αρχικά σημάδια αισιοδοξίας μετά την πρώτη κοινή συνάντηση των δύο ηγετών και την κοινή τους δήλωση διαψεύστηκαν. Η δυστοκία στην προσπάθεια συμφωνίας για το άνοιγμα δύο νέων σημείων διέλευσης και οι αγεφύρωτες διαφορές ως προς την πρακτική εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων υπονόμευσαν το θετικό κλίμα. Δημιουργήθηκε έτσι η εντύπωση ότι, παρά τις αρχικές δημόσιες δηλώσεις, απουσιάζει η αναγκαία πολιτική βούληση για ουσιαστικές συγκλίσεις.
Οι προϋποθέσεις που τέθηκαν από τουρκοκυπριακής πλευράς προκάλεσαν τη -δικαιολογημένη- αντίδραση του Προέδρου, ο οποίος αντέταξε το δικό του πλαίσιο ετοιμότητας, με αποτέλεσμα η ουσία να χαθεί μέσα σε μια αντιπαράθεση εντυπώσεων. Η δε μεταγενέστερη δημόσια απαξίωση της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα συνέβαλε στη δημιουργία αρνητικού κλίματος, το οποίο ασφαλώς δεν περνάει απαρατήρητο από τα Ηνωμένα Έθνη και τη διεθνή κοινότητα.
Ενδεχομένως ο Πρόεδρος να γνωρίζει κάτι που οι υπόλοιποι αγνοούμε. Ωστόσο, με βάση όσα βλέπουμε και ακούμε, η στάση του αυτή φαίνεται να αναιρεί το αφήγημα της στοχοπροσήλωσης, διολισθαίνοντας σε μια μορφή πολιτικής επίδειξης πυγμής, η οποία δυσκολεύει, αντί να διευκολύνει, την επίτευξη του διακηρυγμένου στόχου.
Σε κάθε περίπτωση η ερχόμενη εβδομάδα θα έχει το ιδιαίτερο της ενδιαφέρον εφόσον, κατόπιν πρωτοβουλίας του Προέδρου, στις 24 Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί συνάντηση εκ του σύνεγγυς με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη. Η συνάντηση αυτή λαμβάνει χώρα στη σκιά της αδυναμίας εξεύρεσης κοινού εδάφους για μέτρα που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία θετικού κλίματος και να ανοίξουν τον δρόμο για μια νέα Διεθνή Διάσκεψη για το Κυπριακό.
Ενδεχόμενη νέα αποτυχία κατάληξης σε απτά αποτελέσματα ενδέχεται να παγώσει την όποια πρόοδο μέχρι και το καλοκαίρι ανεξάρτητα από την Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε. και τις βουλευτικές εκλογές λόγω αδυναμίας συγκλίσεων. Επιπλέον, το ενδεχόμενο προκήρυξης πρόωρων «εκλογών» στα κατεχόμενα το φθινόπωρο θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα αναβολή, κλείνοντας οριστικά το μικρό παράθυρο ευκαιρίας που άνοιξε με τον διορισμό της Προσωπικής Απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ.
Συν το ότι τον Δεκέμβριο του 2026 ολοκληρώνεται η θητεία του Αντόνιο Γκουτέρες στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, γεγονός δημιουργεί ένα άτυπο αλλά σαφές χρονικό ορόσημο για την προσπάθεια στην οποία ο ίδιος επέλεξε να εμπλακεί ενεργά από το 2017.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συνάντηση της 24ης Φεβρουαρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη μετέπειτα πορεία του Κυπριακού. Για τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, διακυβεύεται η πολιτική του υστεροφημία, καθώς δε θα επιθυμούσε να του αποδοθεί ευθύνη για ένα νέο αδιέξοδο εξαιτίας της αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας ακόμη και σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Για τον Τουφάν Έρχουρμαν, αντίστοιχα, τίθεται ζήτημα αξιοπιστίας, καθώς το πολιτικό του εγχείρημα κινδυνεύει να αποδυναμωθεί πριν καν δοκιμαστεί στην πράξη.
Η επικείμενη συνάντηση δεν πρέπει να περιοριστεί σε μια εθιμοτυπική ανταλλαγή φιλοφρονήσεων ή σε μια ακόμη επιβεβαίωση ότι «συμφωνούν πως διαφωνούν». Αντίθετα, οφείλει να σηματοδοτήσει την έξοδο από την παρατεταμένη στασιμότητα, με συμφωνία σε συγκεκριμένα μέτρα, όπως το άνοιγμα νέων σημείων διέλευσης, και με τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος για τη σύγκληση νέας άτυπης πενταμερούς διάσκεψης.
Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι την ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία θα τιμά την εύρεση της Τιμίας Κεφαλής του Αγίου Ιωάννη, πως θα καταστεί δυνατή και η ανεύρεση της τίμιας οδού για την επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων στο Κυπριακό. Μιας οδού που προϋποθέτει, αυτή τη φορά, την επικράτηση της λογικής έναντι του θυμικού εάν πράγματι εννοούμε τη «στοχοπροσήλωση».