Το ξέπλυμα απαιτεί επιδεξιότητα. Οι πλύστες πρέπει να είναι άνθρωποι με «συστημική» αντίληψη του ρόλου τους, να ερευνούν επιφανειακά, και να ξέρουν να συσκοτίζουν
Το έχω ξαναγράψει: στο κράτος δικαίου της δημοκρατίας των διαπλεκόμενων συμφερόντων, η νομιμοφάνεια είναι το παν. Όπως κάθε απόφαση, η νομιμοφάνεια δεν προκύπτει αυτομάτως, συνιστά «κατασκευή» (construction). Χρειάζονται υλικά και επιδεξιότητα για κάτι τέτοιο, το δε αποτέλεσμα είναι πολύτιμο. Αν ένα εντεταλμένο όργανο αποφανθεί ότι «ουδέν επιλήψιμο διαπράχθηκε», το συμπέρασμά του, τυπικά, γίνεται αποδεκτό. Τα υπό έρευνα πρόσωπα ξεπλένονται (δηλαδή, απαλλάσσονται) από τις όποιες ευθύνες τούς καταλογίζονται.
Ιδού ένα πρόσφατο παράδειγμα. Σύμφωνα με το πόρισμα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για το «Κράτος-Μαφία», η ΜΟΚΑΣ αποφάνθηκε, το 2019, ότι η «δεν προέκυψε ‘τίποτα κατακριτέο’» για τον πρώην πρόεδρο της Δημοκρατίας Ν. Αναστασιάδη, όταν αυτός κατηγορήθηκε για ξέπλυμα χρημάτων μέσω υπεράκτιων εταιριών με εικονική παρουσία. Αντιλαμβάνεστε πόσο χρήσιμο ήταν το συμπέρασμα αυτό για τον τότε Πρόεδρο Αναστασιάδη: ξέπλυνε από πάνω του μια βαριά κατηγορία.
Το ξέπλυμα, εν προκειμένω, ήταν μια χαρακτηριστική περίπτωση «κατασκευής» της νομιμοφάνειας: εικάζει κανείς, καλόπιστα, ότι τηρήθηκε η δέουσα διαδικασία (το θέμα υποτίθεται ότι ερευνήθηκε δεόντως από την ΜΟΚΑΣ) και, ως εκ τούτου, αποδέχεται το συμπέρασμα που συνήχθη από αυτή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: όντως ερευνήθηκε σε βάθος και αμερόληπτα; Μέχρι πρότινος δεν τολμούσαμε – δηλαδή, δεν είχαμε την απαραίτητη γνωσιολογική νομιμοποίηση – να ισχυριστούμε το αντίθετο. Η περαιτέρω έρευνα της Αρχής, όμως, αποκάλυψε ότι η πρότερη έρευνα της ΜΟΚΑΣ ήταν ελλιπέστατη. Μια χειραγωγημένη διαδικασία κατασκεύασε το επιθυμητό για τον ενδιαφερόμενο (τον κ. Αναστασιάδη) αποτέλεσμα.
Η συνταγή για ένα καλό ξέπλυμα είναι γνωστή. Δεν πετυχαίνει πάντα, για τον ίδιο λόγο που δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα. Παρ’ όλα αυτά, πετυχαίνει αρκετές φορές έτσι ώστε να μπορεί να διατυπωθεί ένα γενικό περίγραμμα. Ιδού τα βασικά στοιχεία του.
Η συνταγή του ξεπλύματος
Πρώτον, διάλεξε τους κατάλληλους αξιωματούχους που θα ερευνήσουν την υπόθεση. Αυτό είναι το μείζον. Αν οι ερευνώντες έχουν σύγκρουση συμφέροντος ή αναμένουν κάποια ευνοϊκή μεταχείριση από το «σύστημα» ή είναι εκβιάσιμοι ή έχουν γαλουχηθεί με τις αξίες του «συστήματος» έτσι ώστε να μη χρειάζεται να τους πεις τι να κάνουν γιατί το ξέρουν ήδη, ή απλώς είναι ασπόνδυλοι, δειλοί, ή συμφεροντολόγοι γραφειοκράτες, ή συνδυασμοί των ανωτέρω, τότε η επιτυχία έχει σχεδόν εξασφαλιστεί. Οι ερευνώντες θα έχουν κίνητρο να σου πουν αυτά που θέλεις ν’ ακούσεις, χωρίς να χρειαστεί να τους το υποδείξεις. Ο «συστημισμός» είναι χορογραφία – οι συμμετέχοντες ήδη γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν.
Δεύτερον, η έρευνα να μείνει στην επιφάνεια των γεγονότων. Να αποδεχθείς, prima facie, τις εξηγήσεις των εμπλεκομένων, να μην ερευνήσεις σε βάθος το θέμα, να μην αναζητήσεις διασυνδέσεις με συναφή θέματα, να μη διασταυρώσεις στοιχεία, να μην κάνεις δύσκολες ερωτήσεις. Τότε, τύποις, φαίνεται ότι έχεις ακολουθήσεις τη διαδικασία. Τυπικά δεν θα σε ψέξει κανείς. Η κοινή γνώμη δεν θα δει το υλικό σου, ούτε θα μάθει τι άλλο θα μπορούσες να έχεις διερευνήσει και τι περαιτέρω ερωτήσεις θα μπορούσες να είχες θέσει, οπότε, λογικά, θα πιστέψει ό,τι της σερβίρεις. Η εγγενής αδιαφάνεια κάθε σύνθετης έρευνας που εμπεριέχει υποκειμενικές κρίσεις σε προφυλάσσει από τον εξωτερικό έλεγχο.
Τρίτον, η ρητορική του πορίσματός σου να είναι τέτοια που να παραπλανά αληθοφανώς. Η συστραμμένη (convoluted), στεγνά νομικίστικη, και/ή λογικοφανής γλώσσα είναι πολύτιμη, καθότι συσκοτίζει. Η γλώσσα αυτή είναι, συνήθως, παραπλανητική: εστιάζει σε ήσσονος σημασίας θέματα για να αποσιωπήσει τα μείζονα. Το θέμα είναι να μην αντιληφθούν οι αναγνώστες σου τι δεν έκανες και, συγχρόνως, να τους δώσεις την εντύπωση ότι έκανες αυτό που αναμένονταν αλλά δεν βρήκες τίποτε. Δεδομένου ότι η κοινή γνώμη δεν έχει την υπομονή, ούτε, επι το πλείστον, την ικανότητα να υποβάλλει το πόρισμά σου σε λογικό έλεγχο, αναζητώντας π.χ. ταυτολογίες, έλλειψη τεκμηρίων, μισές αλήθειες ή non sequitur, η συσκοτιστική γλώσσα σου δεν θα δώσει λαβή για εκτεταμένη κριτική.
Τέταρτον, είναι χρήσιμο φιλικά προς εσένα ΜΜΕ να είναι είτε περιγραφικώς ουδέτερα προς το πόρισμά σου, είτε να το εγκωμιάσουν. Πάντοτε υπάρχουν πρόθυμοι κονδυλοφόροι, για λόγους που αυτοί γνωρίζουν, να βρουν κάτι καλό να πουν. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι αρκετοί άνθρωποι των ΜΜΕ, είτε δεν έχουν την ικανότητα, είτε δεν έχουν το χρόνο, είτε διστάζουν να αντιπαρατεθούν με τους «ισχυρούς» εξαιτίας εργοδοτικών συμφερόντων ή ενδεχόμενης απώλειας δημοσιογραφικών «πηγών», το πόρισμά σου δεν θα υποστεί την απαιτητική βάσανο της δημόσιας κριτικής. Όσοι το επικρίνουν θα είναι λίγοι, «κομματικοί» ή «εμμονικοί», η δε επικαιρότητα, με αμείλικτη ταχύτητα, θα μετακινηθεί. Μια γεωπολιτική εξέλιξη ή κάποια κινητικότητα στο Κυπριακό λ.χ. αρκούν για να επισκιάσουν οτιδήποτε άλλο. Σύντομα δεν θα θυμάται κανείς το πόρισμά σου (εκτός κι αν μελλοντικά αναγκαστεί να ασχοληθεί μαζί του κάποια σοβαρή Αρχή). Αυτό που θα μείνει θα είναι η «κατασκευή» της νομιμοφάνειας – το ξέπλυμα.
Το πόρισμα για το βίντεογκέητ
Η ανακοίνωση του πορίσματος του «ανεξάρτητου» ποινικού ανακριτή κ. Α. Πασχαλίδη για το λεγόμενο βίντεογκέητ προκαλεί κλαυσίγελο. Θα το αντιληφθείτε αν συγκρίνετε την ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για την υπόθεση του «Κράτους Μαφία» με την ανακοίνωση του ποινικού ανακριτή (ανεξάρτητου, εννοείται…).
Η Αρχή, σε 67 σελίδες (17195 λέξεις), έδωσε μια σύνοψη των ευρημάτων και των συμπερασμάτων της. Ο καθένας μπορεί να δει τα συμπεράσματά της και να τα κρίνει με βάση τα παρατιθέμενα ευρήματα. Η ανακοίνωση του κ. Πασχαλίδη (ανεξάρτητου, είπαμε…), τρεισήμισι σελίδων (1347 λέξεις), δεν συνιστά σύνοψη του πορίσματός του – ανακοινώνει μόνο συμπεράσματα-ισχυρισμούς, χωρίς να παραθέτει, ούτε κατ’ ελάχιστον, τεκμήρια για την υποστήριξή τους. Το κυρίαρχο συμπέρασμα, σε διάφορες εκδοχές, είναι: «δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο».
Πάρτε το παράδειγμα του Ανεξάρτητου Φορέα Κοινωνικής Στήριξης (γνωστό ως Ταμείο Πρώτης Κυρίας), μέσω του οποίου φάνηκε στο βίντεο ότι επιχειρήθηκε να διοχετευθεί εμμέσως πολιτικό χρήμα στον κ. Χριστοδουλίδη. Η σχετική παράγραφος του ποινικού ανακριτή (ανεξάρτητου, φυσικά…) αναφέρει:
«Μεταξύ άλλων ενεργειών στις οποίες ο ποινικός ανακριτής σε συνεργασία με την Αστυνομία προέβη, ήταν και η εξασφάλιση της Έκθεσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου και τον τρόπο ταυτοποίησης των δωρητών με τις εισφορές, ευρήματα της εν λόγω Υπηρεσίας. Παρελήφθη επίσης Πίνακας Δωρητών ο έλεγχος του οποίου, σε συνδυασμό με την υπόλοιπη έρευνα, αποκάλυψε το ανεδαφικό των επί του προκειμένου «επιλήψιμων» ισχυρισμών».
Προσέξτε τι κάνει ο κ. Πασχαλίδης εδώ: καταγράφει γενικόλογα τι ενέργειες έκανε (τι ζήτησε, από ποια υπηρεσία). Δεν μας λέει τι του έδωσαν και πώς αξιολόγησε το υλικό, ούτε τι άλλο υλικό αναζήτησε, ούτε από ποιους ζήτησε καταθέσεις και τι προέκυψε από αυτές, ούτε σε τι βάθος μπήκε για να διαπιστώσει το ενδεχόμενο διαπλοκής. Αναμένει απλώς να τον πιστέψουμε.
Για να δείτε τις κρίσιμες αποσιωπήσεις του κ. Πασχαλίδη, σημειώστε ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία, τον Νοέμβριο 2025, εντόπισε, σε πόρισμά της, μια προβληματική πτυχή του Ταμείου:
«η καταβολή εισφορών προς το συγκεκριμένο Ειδικό Ταμείο (του οποίου προεδρεύει η σύζυγος του ΠτΔ), δημιουργεί συνθήκες ιδιάζουσας σχέσης, εφόσον τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συνεισφέρουν στο ταμείο έχουν, πολύ πιθανόν, νόμιμες συναλλαγές με το κράτος, τα συμφέροντα τους επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από πολιτικές αποφάσεις, νομοσχέδια ή ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας».
Με απλά λόγια, υπάρχει η βάσιμη υποψία, λέει η Ελεγκτική, ότι οι συνεισφέρουσες στο Ταμείο εταιρίες πιθανώς διαπλέκονται με την κυβέρνηση: συνεισφέρουν έναντι ανταλλάγματος. Ερεύνησε σε βάθος αυτή την «ιδιάζουσα σχέση» ο κ. Πασχαλίδης; Έθεσε τα σωστά ερωτήματα; Διασταύρωσε στοιχεία; Αν το έκανε, δεν μας το αποκάλυψε. Τι θυμίζει η ανακοίνωσή του; Τη διαβόητη ανακοίνωση της ΜΟΚΑΣ για τον κ. Αναστασιάδη: «δεν προέκυψε τίποτε ‘κατακριτέο’». Το συμπέρασμά του δεν συνάγεται από δημοσίως γνωστές προκείμενες (premises) – απλώς διατυπώνεται, απαιτώντας να γίνει πιστευτό.
Ο κ. Πασχαλίδης συμπεραίνει ότι «τα όσα ακούγονται στο βίντεο να εκστομίζονται από κάποιους εκ των κύπριων πρωταγωνιστών, δεν συνιστούν τίποτε άλλο από αερολογίες και «φαφλατισμούς» που σκοπό και στόχο είχαν την δημιουργία εντυπωσιασμού γύρω από το άτομο τους […]». Ίσως, αλλά τι τον ωθεί στο συμπέρασμα αυτό; Δεν μας το αποκαλύπτει. Μας καλεί, ξανά, να τον πιστέψουμε.
Στο βίντεο, όμως, είδαμε τον βασιλιά γυμνό. Είδαμε και ακούσαμε τον κ. Χαραλάμπους, Διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου, να εμφανίζει τον πρώην υπουργό Ενέργειας κ. Λακκοτρύπη ως κολλητό του Προέδρου: «μιλώντας με τον Λακκοτρύπη είναι σα να μιλάτε μαζί μας», ομολογεί ο κ. Χαραλάμπους. Και ο κ. Λακκοτρύπης αντιστοίχως, σε άλλο πλάνο, αυτοχαρακτηρίζεται ως «πολύ καλόςφίλος» του κ. Χριστοδουλίδη. «Μου τηλεφωνεί συχνά», λέει στον συνομιλητή του. «Με εμπιστεύεται».
Ο πρώην υπουργός, χωρίς ντροπή, αναφέρει στο βίντεο ότι θεωρεί το εκ του νόμου όριο του 1 εκατ. ευρώ για τις δαπάνες υποψηφίων προέδρων ένα άβολο εμπόδιο, το οποίο πρέπει να παρακαμφθεί. Χρειάζονται μετρητά, λέει. «Μερικές φορές [οι υποψήφιοι] εξαρτώνται από μετρητά για να ξεπεράσουν το όριο. Πρέπει να είναι μετρητά. Πάνε [οι ενδιαφερόμενοι] με μετρητά. Ξοδεύουν [οι υποψήφιοι] μετρητά». «Σε ποιόν πάνε τα μετρητά;», φέρεται να ρωτά με προσποιητή άγνοια ο συνομιλητής: «στον διευθυντή του Γραφείου του Προέδρου» [τον κ. Χαραλάμπους] απαντά. «Του δίνουν ένα φάκελο [με μετρητά]».
Γιατί αυτές οι ομολογίες συνιστούν «αερολογίες και φαφλατισμούς» και όχι αυτό που φαίνεται ότι είναι: εκμυστηρεύσεις παράνομων πρακτικών; Το έψαξε σε βάθος ο κ. Πασχαλίδης; Ρώτησε, αναζήτησε στοιχεία, διασταύρωσε; Δεν μας λέει: ανακοινώνει μόνο το συμπέρασμά του, αναμένοντας να τον πιστέψουμε. «Ούτε σε αυτό τον τομέα, παρά τις περί αντιθέτου αναφορές […] διαπιστώθηκε, μετά από έρευνες, οτιδήποτε το μεμπτό, πόσο μάλλον Διαφθορά», αποφαίνεται. Κάτι παρόμοιο έλεγε η ΜΟΚΑΣ για τον Αναστασιάδη.
Ο κ. Πασχαλίδης ισχυρίζεται ότι «τα πλάνα που είδαν το φως της δημοσιότητας στις 08/01/2026 δεν είναι αυθεντικάαλλά αποτελούν προϊόν επεξεργασίας και συνεπώς […] είναι μηδαμινής αν όχι καθόλου αποδεικτικής αξίας». Προσέξτε τη συσκοτιστική χρήση της γλώσσας. Η λέξη «επεξεργασία» είναι διφορούμενη – παραπέμπει είτε σε μοντάζ, είτε σε αλλοίωση υλικού. Ο κ. Πασχαλίδης συγχέει εντέχνως την «αυθεντικότητα» των πλάνων με το μοντάζ, χρησιμοποιώντας παραπλανητικά τη λέξη «επεξεργασία». Κάθε ντοκιμαντέρ είναι προϊόν μοντάζ, δηλαδή επεξεργασίας. Τα πλάνα καθαυτά, όμως, δεν είναι – αυτά που είδαμε και ακούσαμε λέχθηκαν. Έχοντας χρησιμοποιήσει παραπλανητική ορολογία, ο κ. Πασχαλίδης καταλήγει ότι τα πλάνα είναι άνευ αξίας, οδηγώντας τον αναγνώστη σε ένα λογικοφανές (αλλά όχι λογικό) συμπέρασμα.
Σημειώνω ότι η εταιρία που παρήγαγε το βίντεο βεβαιώνει ότι είναι αυθεντικό και, μάλιστα, μέσω του δικηγόρου της, αναφέρει ότι η αυθεντικότητά του έγινε αποδεκτή από τον ποινικό ανακριτή, προκειμένου να μπορέσουν να καταθέσουν σε αυτόν άνθρωποί της (reporter, 21/7/26). Επιπλέον, ο αναπληρωτής κυβερνητικός εκπρόσωπος επιβεβαίωσε ότι οι συνομιλίες όντως έλαβαν χώρα («Φιλελεύθερος», 12/1/2026). Ειδικοί βεβαίωσαν ότι τα πλάνα του βίντεο δεν ήταν προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης («Φιλελεύθερος», 9/1/2026).
Τέλος, επανειλημμένα, στην ανακοίνωσή του, ο ποινικός ανακριτής (πάντα ανεξάρτητος…) αναμένει, εμμέσως, να πιστέψουμε-εμπιστευθούμε τα συμπεράσματά του. Διατυπώνει ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς, προσδοκώντας ότι, λόγω της ιδιότητάς του, θα γίνουν πιστευτοί. Γιατί, όμως, να σας πιστέψουμε κ. Πασχαλίδη, όταν γνωρίζουμε ότι αναλάβατε τη διερεύνηση μια υπόθεσης ενώ είχατε αντικειμενική σύγκρουση συμφέροντος; Ως ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής οφείλατε να είστε αμερόληπτος έναντι του Προέδρου σε μια υπόθεση μείζονος σημασίας γι’ αυτόν. Συγχρόνως, αναμένατε την εύνοια του Προέδρου για τον επαναδιορισμό σας, για τρίτη θητεία (!), στην έμμισθη θέση του προέδρου της Ανεξάρτητης Αρχής Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Πόσο ανεξάρτητος είναι κάποιος που ερευνά το περιβάλλον του Προέδρου όταν ο επαναδιορισμός του εξαρτάται από τον Πρόεδρο;
Υπάρχει ελπίδα;
Το βίντεογκέητ κουκουλώθηκε. Η υπόθεση Σάντη έκλεισε, ουσιαστικά, ενώ κρίσιμα ερωτήματα έμειναν αναπάντητα. Τα ονόματα των δωρητών στο Ταμείο της Πρώτης Κυρίας απαγορεύεται να τα μάθουμε, με γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα. Οι κκ. Συλλούρης και Τζιοβάνης αθωώθηκαν, με ευθύνη χειρισμών της Γενικής Εισαγγελίας. Στο Κράτος-Μαφία, η ομάδα των ποινικών ανακριτών θα καταλήξει, πιθανότατα, σε ένα απαλλακτικό συμπέρασμα τύπου ΜΟΚΑΣ και Πασχαλίδη για τον κ. Αναστασιάδη: «ουδέν επιλήψιμο διαπιστώθηκε». Οι τεκμηριωμένες αναφορές της Ελεγκτικής Υπηρεσίας εις βάρος της Cyfield λιμνάζουν για ενάμιση χρόνο στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Οι ευθύνες που ρητώς απέδωσε στον τότε υπουργό Οικονομικών Χ. Γεωργιάδη το πόρισμα Αρέστη για την κατάρρευση του Συνεργατισμού ουδέποτε διερευνήθηκαν. Η σύγκρουση συμφέροντος που διαπίστωσε το πόρισμα Νικολάτου για τον νυν Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα αγνοήθηκαν. Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός του, βασικοί πυλώνες του «συστήματος», διετέλεσαν υπουργοί του Αναστασιάδη.
Δεν χρειάζεται να συνεχίσω. Δεν λέω κάτι καινούριο – όλοι έχουμε δει τη γύμνια του βασιλιά. Το «σύστημα» δεν είναι άτρωτο, είναι όμως πανίσχυρο. Κάθε φορά που χρειάζεται, έχει τα θεσμικά εργαλεία να επιβεβαιώνει την ισχύ του. Όταν, σπανίως, απειλείται, αποβάλλει νομιμοφανώς τους «ανάρμοστους» για να συνεχίσει απρόσκοπτα την πορεία του.
«Άλλαξαν ακόμη και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων, ώστε να δικαιολογούν τις πράξεις τους», γράφει ο Θουκυδίδης για την παρακμή της πολιτικής κοινότητας. Βυθιζόμαστε στο βούρκο χαζοχαρούμενοι. Αργοπεθαίνουμε στην καταναλωτική ευωχία μας χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Το κράτος μας λειτουργεί ως κράτος-κέλυφος, αλλά δεν φαίνεται να μας ενοχλεί ιδιαίτερα. Γκρινιάζουμε ιδιωτικά, δημοσίως σιωπούμε. Προτιμούμε να βουλιάξουμε, παρά να αλλάξουμε. Στην Κυπριακή Δημοκρατία της μεσογειακής μπανάνας, αν υπάρχει ελπίδα, βρίσκεται στις Βρυξέλλες, στο Στρασβούργο και στη Φρανκφούρτη. Στη Λευκωσία το «σύστημα» προσώρας θριαμβεύει.