«Το να “δώσεις ύφος” στον χαρακτήρα σου – σπουδαία και σπάνια τέχνη!»
Φρίντριχ Νίτσε
Ό,τι χαρακτηρισμός κι αν του αποδοθεί, ο Στέφανος Μάνος ήταν, βασικά, νιτσεϊκού τύπου χαρακτήρας: καλλιέργησε ένα ιδιαίτερα προσωπικό ύφος κατά την εμπλοκή του στην πολιτική. Γράφει ο Νίτσε, στη «Χαρούμενη Επιστήμη»: «Την [τέχνη της καλλιέργειας προσωπικού ύφους] ασκούν εκείνοι που εξετάζουν όλα τα δυνατά και αδύναμα σημεία που έχει να προσφέρει η φύση τους και στη συνέχεια τα εντάσσουν σε ένα καλλιτεχνικό σχέδιο, ώσπου το καθένα να φαντάζει ως τέχνη και λογική, και ακόμη και οι αδυναμίες να τέρπουν το βλέμμα». Όπως ο καλλιτέχνης δουλεύει το ατελές υλικό του, πασχίζοντας να του δώσει μορφή, ο Στ. Μάνος φιλοτέχνησε τον πολιτικό εαυτό του με ο,τιδήποτε τον προίκισε η φύση και η ανατροφή του.
Η προίκα του ήταν πλουσιοπάροχη. Γεννήθηκε το 1939 στην Αθήνα, σε ευκατάστατη οικογένεια που εκτιμούσε την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Φοίτησε στο Κολλέγιο Αθηνών, σπούδασε Μηχανολόγος Μηχανικός στο καλύτερο Πολυτεχνείο της Ευρώπης, το ΕΤΗ της Ζυρίχης (1963), και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, στο Χάρβαρντ (1965). Εργάστηκε, για 11 χρόνια, σε διευθυντικές θέσεις, στην οικογενειακή επιχείρηση Αλλατίνη Α.Ε. Πολιτεύτηκε το 1977 με τη ΝΔ και, έκτοτε, η πολιτική κατέστη η κύρια ασχολία του, διατελώντας βουλευτής, υπουργός, και αρχηγός δύο μικρών κομμάτων. Συμμετείχε στα κοινά ως δοκιμασμένος επιχειρηματίας, όχι ως τρόφιμος κομματικού μηχανισμού.
Οι όποιες ατέλειές του ήταν η ακραία εκδοχή των προτερημάτων του – η τεχνοκρατικότητα που, στα άκρα, αγνοεί την ιστορικότητα, το συναίσθημα και την πολιτική πειθώ∙ η αυτοπεποίθηση που, ενδεχομένως, μετατρέπεται σε ισχυρογνωμοσύνη και από περιωπής θεώρηση∙ η ειλικρίνεια που, ενίοτε, μεταποιείται σε ωμότητα και παράκαμψη του ενστίκτου πολιτικής επιβίωσης. Το προσωπικό του ύφος προήλθε όχι από την εξάλειψη των αδυναμιών, αλλά από τη σύνθεση όλων των γνωρισμάτων του σε μια διακριτή μορφή. Ο Στέφανος Μάνος ήταν μορφή γιατί προσέδωσε στον εαυτό του μορφή.
Αυτός ο κατ’ εξοχήν αντι-θεωρητικός διέθετε «θεωρία» για την πολιτική και κατανοούσε ποιος είναι ο ρόλος του σε αυτή. Για τον Στ. Μάνο, η πολιτική αφορά στην αποτελεσματική διαχείριση των συλλογικών προβλημάτων, εντός του κράτους δικαίου, ενσωματώνοντας τόσο τις αρχές της οικονομίας της αγοράς, όσο και βασικές αρχές του κοινωνικού κράτους. Η πολιτική, πίστευε, πρέπει να ασκείται με ειλικρίνεια, ορθολογικότητα και αποφασιστικότητα. Ο ρόλος του πολιτικού είναι, πρωτίστως, αυτός του ορθολογικού σχεδιαστή, ο οποίος δημιουργεί και μεταρρυθμίζει θεσμούς, προκειμένου τα άτομα να επιδιώκουν το «ευ ζην» σε συνθήκες ελευθερίας.
Έφερε στην πολιτική τη νοοτροπία του μηχανικού και του μάνατζερ, οι οποίες συναιρούνταν στο ρόλο του σχεδιαστή θεσμών και επιλυτή προβλημάτων – ένα είδος θεσμικής μηχανικής. Προσέγγιζε τις δημόσιες υποθέσεις με τον παροιμιώδη ορθολογισμό του: εντόπισε το πρόβλημα, συγκέντρωσε δεδομένα, αξιολόγησέ τα, διαμόρφωσε εναλλακτικές λύσεις, επίλεξε την καλύτερη. Έδινε τεράστια έμφαση στην αποτελεσματικότητα, γι’ αυτό επέμενε στην ποσοτικοποίηση προβλημάτων και οφελών. Πίστευε στη θεσμική μάθηση: δρας, αξιολογείς τα αποτελέσματα, δρας εκ νέου.
Ο Μάνος δεν διέθετε θεωρητικά επεξεργασμένη ιδεολογία. Ο φιλελευθερισμός του, πολιτικός και οικονομικός, ήταν ενστικτώδης. Το ίδιο ενστικτώδης ήταν η αντίληψη του περί του κοινού καλού. Θεωρούσε την οικονομική ελευθερία θεμέλιο λίθο της ελεύθερης κοινωνίας, αλλά γνώριζε τα όριά της, όταν λ.χ. παράγει κόστος για το σύνολο.
Η στάση του ήταν σύνθετα και πραγματιστικά φιλελεύθερη. Ήταν φιλελεύθερος χωρίς να πιστεύει δογματικά στον φιλελευθερισμό. Τάχθηκε λ.χ. υπέρ του υποχρεωτικού εμβολιασμού του υγειονομικού προσωπικού στη διάρκεια της πανδημίας, διότι προείχε το αγαθό της δημόσιας υγείας, όχι αυτό της ατομικής ελευθερίας. Θεωρούσε το αποτελεσματικό (όχι το μεγάλο) κράτος εκφραστή της συλλογικής βούλησης, χωρίς να είναι κρατιστής. Ρωτούσε: ποιος είναι ο καλύτερος θεσμός για να παραχθεί ένα αγαθό; Απαντούσε: όπου μπορεί να υπάρξει ανταγωνιστική αγορά πρέπει, κατ’ αρχήν, να προτιμάται – αυτό δείχνει η εμπειρία. Όπου πρέπει να προστατευθεί ένα συλλογικό αγαθό, το κράτος πρέπει να δρα – αυτό υπαγορεύει η κοινή λογική.
Το έργο του ως υπουργού Χωροταξίας είναι χαρακτηριστικό. Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της Πλάκας είναι ένα συλλογικό αγαθό, το οποίο δεν υπηρετούν αναγκαστικά οι ιδιοκτήτες ακινήτων, εφόσον μεριμνούν για τη μεγιστοποίηση των ατομικών τους συμφερόντων. Η κρατική παρέμβαση είναι απαραίτητη.
Η σθεναρή αντίστασή του στην αυθαίρετη και εκτός σχεδίου δόμηση, η στάση του κατά των οργανωμένων συντεχνιακών συμφερόντων, αλλά και η επιμονή του σε ιδιωτικοποιήσεις και στη δημοσιονομική πειθαρχία, τον είχαν καταστήσει αντιδημοφιλή σε μεγάλα μέρη του εκλογικού σώματος των οποίων τα συμφέροντα θίγονταν. Οι αντιδρώντες ήταν οργανωμένοι, με εκλογική επιρροή, ενώ οι ωφελούμενοι ανοργάνωτοι με τα οφέλη να προκύπτουν μακροχρόνια. Ο Μακιαβέλλι είχε προβλέψει ποιοι θα επικρατούσαν. Ο Μάνος έμεινε μόνος.
Το πρόβλημα με το ρόλο του πολιτικού ως θεσμικού μηχανικού είναι ότι τείνει να αντιμετωπίζει την πολιτική ως τεχνικό πρόβλημα, ενώ δεν είναι. Η πολιτική έχει αξιακό και ταυτοτικό υπόβαθρο, προκαλεί συναισθήματα, και απαιτεί αφήγηση, όχι σκέτες «λύσεις». Ενώ λ.χ. ο Στ. Μάνος τόνιζε σωστά την ανάγκη για αξιολόγηση στο Δημόσιο, δεν έδινε τη δέουσα σημασία στις προϋποθέσεις της: την εμπιστοσύνη μεταξύ αξιολογούντος και αξιολογούμενου. Η εμπιστοσύνη, όμως, δεν είναι τεχνικό πρόβλημα, αλλά ιστορικό-κοινωνικό-συμπεριφορικό. Τα άτομα δεν αξιολογούν πολιτικές με βάση μόνο υπολογισμούς κόστους-οφέλους, αλλά και με βάση αξιακές-συναισθηματικές ταυτίσεις. Ο πολιτικός δεν είναι μόνο επιλυτής προβλημάτων αλλά και εμπνευστικός ηγέτης και θεραπευτής συλλογικών αγκυλώσεων. Ο πολιτικός μεταρρυθμιστής πρέπει να είναι, συγχρόνως, μεταρρυθμιστής (να προωθεί αλλαγές) και πολιτικός – να εξισορροπεί συμφέροντα και να μεριμνά για την πολιτική επιβίωσή του.
Ο ανθρωπότυπος του Στέφανου Μάνου είναι δυσεύρετος στην πολιτική ζωή. Τον ενέπνεαν τα λόγια του Έντμουντ Μπερκ (1774): «Ο εκπρόσωπός σας σάς οφείλει, όχι μόνο την εργατικότητά του, αλλά και την κρίση του. Και σας προδίδει, αντί να σας υπηρετεί, αν τη θυσιάσει για τη γνώμη σας». Προτίμησε να υπηρετεί τους πολίτες διατηρώντας τη γνώμη του, έστω και με θυσία της πολιτικής του επιβίωσης. Ήταν πολιτικός με ύφος, ιδέες, θάρρος και πάθος για δημόσια προσφορά. Σπάνια περίπτωση.