Αποστρεφόταν την επίδειξη και το στόμφο∙ εκτιμούσε τους απλούς τρόπους∙ ήταν εύχαρις στην κοινωνική συναναστροφή
Είμαι βέβαιος ότι θα ένοιωθε άβολα ο Στέλιος Ράμφος αν μπορούσε να ακούσει τους μεταθανάτιους διθυράμβους για το έργο του, όπως θα δυσαρεστούνταν με τη μεροληπτική οικειοποίηση τμημάτων του για ιδελογικο-πολιτικούς σκοπούς. Ο Ράμφος ήταν ταπεινόφρων και ανοιχτόμυαλος∙ τον ενδιέφερε η διανοητική ουσία, όχι η πολιτική προπαγάνδα.
Όταν τον κάλεσα, κάποτε, να μιλήσει σε ένα συνέδριο, μου είπε ότι προτιμά να τον προσφωνήσω σκέτα ως «συγγραφέα» (ο ίδιος αυτοχαρακτηριζόταν ως «φιλο-φιλόσοφος»). Αποστρεφόταν την επίδειξη και το στόμφο∙ εκτιμούσε τους απλούς τρόπους∙ ήταν εύχαρις στην κοινωνική συναναστροφή. Προσιτός, ενδιαφερόταν να μάθει από τον συνομιλητή του, όχι να τον διδάξει. Ακούγοντάς σε με προσοχή, έκανε καίριες ερωτήσεις και εξέφερε λεπτές κρίσεις. Γι’ αυτόν, η φιλοσοφία ήταν στάση ζωής.
Η κοινή γνώμη προσέλαβε τον Στέλιο Ράμφο ως δημόσιο διανοούμενο, «ψυχογράφο του Ελληνισμού», στοχαζόμενο διαχρονικά θέματα νεοελληνικής ταυτότητας. Ήταν, πρωτίστως, φιλόσοφος, με τη συνεισφορά του να μην έγκειται τόσο στη συστηματική φιλοσοφία, όσο στην οξυδερκή επανερμηνεία φιλοσοφικών και θεολογικών κειμένων, με αφετηρία την αρχαιοελληνική φιλοσοφία, ιδιαίτερα την πλατωνική. Κέντρο της αναζήτησής του ήταν η διαμόρφωση της νεοελληνικής συνείδησης και, ευρύτερα, πώς ο σύγχρονος άνθρωπος συγκροτεί τον εσωτερικό κόσμο και την ατομικότητά του.
Ο στοχασμός του Ράμφου προσέλαβε συχνά τη μορφή φιλοσοφικής δοκιμιογραφίας. Αν και ο πυκνός και ιδιότυπος λόγος του απαιτεί υπομονή από τον αναγνώστη, σε ανταμείβει με τις λεπτές διακρίσεις και την εννοιοπλασία του. Η φιλοσοφική ματιά του απο-καλύπτει. Η ανάγνωση του χρόνου στον Καβάφη λ.χ. είναι πρότυπο ερμηνευτικού στοχασμού.
Αφετηρία της σκέψης του ήταν ο μαρξισμός της φοιτητικής νεότητάς του, στην προδικτατορική Ελλάδα. Με τη δεκαετή διαμονή του στο Παρίσι (1965-1974) άρχισε να αποστασιοποιείται από τον μαρξισμό, ερχόμενος σε επαφή, μεταξύ άλλων, με το έργο του Κορνήλιου Καστοριάδη. Διεύρυνε την κριτική του στο μαρξισμό, συμπεριλαμβάνοντας την πνευματική ξηρότητα του δυτικού ρασιοναλισμού και την απώλεια νοήματος ζωής που αυτός επιφέρει. Είχε αρχίσει να αναζητεί τις πνευματικές προϋποθέσεις του αυτόνομου υποκειμένου.
Στο «Μαρτυρία και Γράμμα» (Κέδρος, 1984), ενώ διατηρεί την έμφαση του Μαρξ στην «πράξη» (την ικανότητα του ανθρώπου να διαμορφώνει τη μοίρα του ως ενεργό υποκείμενο), έλκεται από την «αυτονομία» και το «ριζικό φαντασιακό» του Καστοριάδη. Διευρύνει τον προβληματισμό του, ερευνώντας στην Ορθόδοξη πνευματικότητα την εσωτερικότητα του ατόμου, ως προϋπόθεση της αυτονομίας του. Ανασκάπτει με θαυμασμό τη συγκρότηση της Ορθόδοξης εσωτερικότητας στη «Φιλοκαλία». Αργότερα, ωστόσο, εντοπίζει τα όρια αυτής της εσωτερικότητας.
Στη «Φιλοκαλία», παρατηρεί, ο άνθρωπος αποσύρεται από τον κόσμο του αισθητού για να στραφεί μέσα του, επιδιώκοντας την κάθαρση των παθών («νήψη») και την ένωση με το Θεό. Αυτή η εσωτερική συγκέντρωση οδηγεί στην υπέρβαση του εγώ, προσανατολίζοντας τον άνθρωπο στην αιωνιότητα. Ωστόσο, η στροφή «εντός» δεν δημιουργεί αυτόνομο υποκείμενο, το οποίο δρα δημιουργικά στον ιστορικό χρόνο. Η εσωτερικότητα της νηπτικής παράδοσης δεν μεταποιείται σε νεωτερική υποκειμενικότητα. Αρχέγονη πηγή ταυτότητας για το άτομο παραμένει η ομάδα – οικογένεια, σχέσεις εντοπιότητας, φατρία. Ο ανθρωπότυπος που δημιουργείται δεν αναγνωρίζει αυτοτελή ηθική αξία στους πυλώνες των νεωτερικών θεσμών (νόμος, κανόνες, κράτος), παράγοντας έτσι την κοινωνική παθολογία που βιώνουμε στη νεότερη Ελλάδα: ρουσφέτι, διαφθορά, οικογενειοκρατία, αναξιοκρατία, κομματοκρατία, κακοδιοίκηση, δυσπιστία στο κράτος, ανομία.
Η κριτική στη φιλοκαλική παράδοση δεν οδηγεί τον Ράμφο σε απόρριψή της. Εκτιμά την εσωτερικότητα που κομίζει ο Χριστιανισμός, ιδιαίτερα στην Ανατολική εκδοχή του. Η κριτική του αφορά σε ιστορικές μορφές της Ορθόδοξης Παράδοσης, οι οποίες δεν πραγματώνουν το πρότυπο του Ιησού – την αέναη υπέρβαση του θωρακισμένου εγώ. Ήθελε να επανερμηνεύσει την Ορθόδοξη Παράδοση, ώστε η χριστιανική εσωτερικότητα να δημιουργήσει το ιστορικά ενεργό, υπεύθυνο για τη μοίρα του, άτομο. Αρκετοί υμνητές του, εστιάζοντας σε βιβλία που θεωρούν ότι υπηρετούν τα πολιτικά πιστεύω τους, δεν κατανοούν ότι ο Ράμφος δεν απορρίπτει την Παράδοση – θέλει να την ανακαινίσει έτσι ώστε αυτή να συνδεθεί δημιουργικά με τη νεωτερικότητα.
Η νεότερη Ελλάδα τον θλίβει διότι συγκροτήθηκε πνευματικά σε μεταφυσικό-θρησκευτικό περιβάλλον που προέκρινε την κοινότητα και την αχρονία, σε βάρος της ατομικότητας. Ο νεοέλληνας βιώνει μια βαθιά αντίφαση, παρατηρεί ο Ράμφος: ενώ οι θεσμοί του προϋποθέτουν ένα νεωτερικό υποκείμενο, ο ψυχισμός του είναι, εν πολλοίς, προνεωτερικός, επιρρεπής στον συναισθηματισμό, όχι στη λογική ανάλυση. Είναι δύσκολο για τον νεοελληνικό ανθρωπότυπο να ενεργεί αυτόνομα, να αναλαμβάνει ευθύνες, να υπάγει τη συμπεριφορά του σε απρόσωπους κανόνες και να σχεδιάζει το μέλλον.
Το ραμφικό σχήμα ερμηνείας της νεοελληνικής παθολογίας είναι και διαφωτιστικό και κάπως απλουστευτικό. Διαφωτίζει, στο μέτρο που επανερμηνεύει την Ορθόδοξη Παράδοση, διαμορφώνοντας τις προϋποθέσεις για να συνδεθεί η χριστιανική εσωτερικότητα με τη νεωτερική υποκειμενικότητα. Αυτό είναι σημαντικό. Είναι υπεραπλουστευτικό, όπως όλες οι αμιγώς πολιτισμικές εξηγήσεις, κατά το μέτρο που είναι αδιέξοδα κυκλικό και στερείται κοινωνιολογικής εμβάθυνσης.
Όντως, συγκεκριμένες μεταφυσικές-πολιτισμικές αξίες αλληλοτροφοδοτούνται με την αδύναμη θεσμική συνείδηση. Ωστόσο, δεν μπορείς να κάνεις το άλμα από τις μεταφυσικές αντιλήψεις στη συγκρότηση του ατόμου – μεσολαβούν οι εν χρόνω και τόπω θεσμοί, με τη δική τους σχετική αυτονομία και ευπλαστότητα. Η λειτουργία των θεσμών διαμορφώνεται στο πλαίσιο ιστορικά εξελισσόμενων πολιτικών επιλογών και κοινωνικών και οργανωσιακών πρακτικών. Αυτές οι πρακτικές είναι μεταβλητές – σε αυτές πρέπει να εστιάσεις, ιδιαίτερα αν σε ενδιαφέρει η μεταρρυθμιστική παρέμβαση. Αν θέλεις να περιορίσεις τα «φακελάκια» στα νοσοκομεία, λ.χ., κοίτα πώς αυτά διοικούνται. Για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, δες πώς διαπλέκονται οι δημόσιοι οργανισμοί με την πολιτική εξουσία. Με τον τρόπο αυτό θα βρεις και την απαρχή για ένα διαφορετικού τύπου κράτος. Η μεταφυσική αφ’ εαυτής δεν βοηθά.
Το πιο σημαντικό έργο του Ράμφου είναι ο ίδιος – η διανοητική πορεία του. Συχνά έλεγε ότι αλλάζει για να μείνει διανοητικά ακμαίος. Δεν έκανε «στροφές», αλλά «άφηνε πίσω του βαρίδια». «Δεν αισθάνομαι αντιπαλότητα με [ό,τι άφησα πίσω μου]. Τα αισθάνομαι ως κομμάτια της ζωής μου, χαίρομαι για όλα αυτά, και χαίρομαι ακριβώς γιατί κατάφερα να είμαι ζωντανός απέναντί τους και να προχωράω». Ενσάρκωσε κάτι αξιοθαύμαστο και δυσεύρετο: την ανοιχτή, αεικίνητη, τολμηρή σκέψη.
Ο κ. Χαρίδημος Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Γουόρικ, μέλος της Κυπριακής και της Βρετανικής Ακαδημίας