H μνήμη δεν είναι πάντα πηγή ενότητας, συχνά γίνεται και πηγή ανταγωνισμών
Ο Γρηγόρης Αυξεντίου έχει εγγραφεί βαθιά στη συλλογική συνείδηση των Ελληνοκυπρίων ως μία από τις αγνότερες μορφές του αγώνα της ΕΟΚΑ. Ο θάνατός του, στις 3 Μαρτίου 1957, αποτέλεσε συγκλονιστικό παράδειγμα αυτοθυσίας. Από την πρώτη κιόλας επέτειο της θυσίας του και, ιδίως, μετά την ανεξαρτησία, οι εκδηλώσεις προς τιμήν του προσέλαβαν μεγαλειώδεις διαστάσεις. Η απήχηση της θυσίας του υπερέβη τα όρια της Κύπρου και η μνήμη του τιμήθηκε από τους μεταγενέστερους με ποικίλους τρόπους, κάποιοι εκ των οποίων είναι μοναδικοί για τα κυπριακά δεδομένα.
Μία από τις πρώτες και πιο πρωτότυπες ενέργειες προς τιμήν του Λυσιώτη ήρωα έλαβε χώρα στη βόρεια Ελλάδα. Σε μια μικρή κοινότητα κοντά στην Ξάνθη, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες που είχαν εγκατασταθεί εκεί αναζητούσαν, το 1960, τρόπους να εξελληνίσουν το όνομα του χωριού τους, το οποίο ονομαζόταν Νέο Κατράμι, από το τουρκογενές Κατράμ — απομεινάρι της εποχής πριν από την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, όταν η περιοχή κατοικείτο από μουσουλμάνους. Τη λύση έδωσε ο γραμματέας της κοινότητας, παλαιός συμπολεμιστής του Αυξεντίου, τον οποίο είχε γνωρίσει στην περιοχή του Κιλκίς, όταν ο τελευταίος υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό. Με μια απόφαση μεστή συμβολισμών, το Συμβούλιο της Κοινότητας Νέου Κατραμίου αποφάσισε να μετονομάσει το χωριό σε Αυξέντιο.
Την ίδια περίοδο, στη γενέτειρα του Αυξεντίου, τη Λύση, η ανεξαρτησία έδωσε το έναυσμα για πρωτοβουλίες που θα επιβεβαίωναν την ελληνικότητα της κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό, κρίθηκε σκόπιμο να αναδειχθεί η σχέση της Λύσης με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, με αφετηρία ένα αρχαιολογικό εύρημα της δεκαετίας του 1930. Συγκεκριμένα, το 1936 ανευρέθηκε σε χωράφι της Λύσης ένα επιτύμβιο ανάγλυφο που παρίστανε πολεμιστή με αθηναϊκό κράνος και πανοπλία, ενώ στην άνω δεξιά γωνία διακρινόταν κολοβή επιγραφή με το όνομά του: ΔΙΟΝΥΣΙΟ[Σ] ΚΑΡΔΙΑΝΟ[Σ]. Οι αρχαιολόγοι υπέθεσαν ότι ο Διονύσιος, πολεμιστής από την Καρδία της Θράκης, είχε φθάσει στην Κύπρο κατά την εκστρατεία του Κίμωνα και πέθανε εκεί. Η παρουσία της επιτύμβιας στήλης στη Λύση υποδήλωνε μια πρώιμη σύνδεση ανάμεσα στη Θράκη και την Κύπρο.
Το εύρημα που είχε παραδοθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο, έκανε ξανά την εμφάνισή του στη Λύση το 1961, όταν η κοινότητα αποφάσισε να τιμήσει τη μνήμη του Διονυσίου Καρδιανού. Το Δημοτικό Συμβούλιο εντοίχισε στο Δημοτικό Σχολείο αντίγραφο του αναγλύφου, μεταφέροντας την εικόνα του ευρήματος από την απομακρυσμένη αίθουσα του Κυπριακού Μουσείου στον οικείο χώρο της καθημερινής εκπαιδευτικής πράξης. Με τον τρόπο αυτό, ο Καρδιανός κατέστη σημείο αναφοράς και ενσωματώθηκε στη βιωμένη τοπική ταυτότητα.
Το 1974, ύστερα από τον βίαιο εκτοπισμό των κατοίκων της Λύσης, η κοινότητα βρέθηκε στην προσφυγιά, έχοντας ως κύριο στήριγμα της τη μνήμη. Το 1988, με την δημιουργία του Δήμου κατεχόμενης Λύσης, ο Δήμαρχος Αντρέας Τοφιάς, φέρνοντας στον νου το ανάγλυφο που είχε βρεθεί στο οικογενειακό του χωράφι, αναζήτησε στη βόρεια Ελλάδα την Κοινότητα Καρδίας, επιδιώκοντας να συνδεθεί με τον τόπο καταγωγής του αρχαίου μαχητή. Η προσπάθεια δεν απέδωσε, όμως, κατά τη διάρκεια της αναζήτησης, πληροφορήθηκε την ύπαρξη του Αυξεντίου. Εκεί, το όνομα του παλικαριού από τη Λύση είχε ήδη δημιουργήσει έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα σε κατοίκους δύο χωριών …που δεν είχαν συναντηθεί ποτέ. Έκτοτε οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων συνεχίζουν να αναπτύσσονται.
Η αλληλουχία των γεγονότων που έφεραν μαζί ανθρώπους από δύο γεωγραφικά απομακρυσμένες περιοχές αναδεικνύει τη δύναμη της μνήμης να σφυρηλατεί δεσμούς. Βέβαια, η μνήμη δεν είναι πάντα πηγή ενότητας, συχνά γίνεται και πηγή ανταγωνισμών. Σε περιπτώσεις όπου μια μνήμη τυγχάνει ευρύτατης αποδοχής, όπως αυτή του Αυξεντίου, η ένταση δεν αναμένεται να προέλθει από ομάδες με αντικρουόμενες θεωρήσεις. Είναι πιο πιθανόν να προκύψει ανάμεσα σε ομάδες που διαγκωνίζονται για να έχουν την αποκλειστικότητα στη διαχείριση και ερμηνεία της.