Ένας διαδεδομένος μύθος συνδέει την αλυκή της Λάρνακας με τον Άγιο Λάζαρο
Με την απονομή του τίτλου της Ευρωπαϊκής Πρωτεύουσας Πολιτισμού 2030, η Λάρνακα που για διάφορους λόγους ήταν η φτωχή συγγενής των κυπριακών πόλεων μέχρι πρόσφατα, έχει την ευκαιρία να (ανα)δείξει την αξία της, αναστοχαζόμενη πάνω στα χαρακτηριστικά εκείνα που καθόρισαν την ταυτότητά της. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα στοιχείο που συχνά αντιμετωπίζεται ως δεδομένο: η αλυκή. Η αλυκή είναι ένας φυσικός σχηματισμός που εκτός από γραφικό τοπίο, υπήρξε καταλύτης ιστορικών εξελίξεων που διαμόρφωσαν την πόλη, τον πληθυσμό της και τον ρόλο της στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.
Ένας διαδεδομένος μύθος συνδέει την αλυκή της Λάρνακας με τον Άγιο Λάζαρο. Σύμφωνα με την αφήγηση, ο Άγιος, διψασμένος καθώς περιδιάβαινε την περιοχή, ζήτησε σταφύλια από μια γυναίκα, η οποία αρνήθηκε να του προσφέρει. Ως αντίδραση στη φιλαργυρία της, ο Άγιος μετέτρεψε τον αμπελώνα της σε αλυκή. Το επεισόδιο αυτό, αν και δεν αντέχει στην επιστημονική εξέταση, αποτελεί μέρος της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου. Ίσως μάλιστα θα άξιζε να επανερμηνευτεί όχι ως κατάρα, αλλά ως ευλογία. Διότι η αλυκή υπήρξε, στην πράξη, «δώρο θεού» για τη Λάρνακα.
Το άλας ήταν ανέκαθεν πολύτιμο. Χρησίμευε στη νοστιμιά και τη συντήρηση των τροφών, ενώ ο υγροβιότοπος προσέφερε άφθονο και εύκολο θήραμα για τους κατοίκους της περιοχής. Η σημασία της αλυκής εκτοξεύθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, όταν η Κύπρος πέρασε στη βενετική κυριαρχία. Για τη θαλασσοκράτειρα Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, το αλάτι ήταν βασικό εμπορικό προϊόν. Η εντατική εκμετάλλευση της αλυκής συνέβαλε καθοριστικά στην αναγέννηση της περιοχής, η οποία μέχρι τότε είχε περιπέσει σε παρακμή μετά το τέλος της αρχαίας ακμής του Κιτίου. Τα διάσπαρτα χωριά που είχαν απομείνει μετασχηματίστηκαν σταδιακά σε έναν ισχυρό αστικό πυρήνα.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η ανάπτυξη της Σκάλας, του αγκυροβολίου που εξυπηρετούσε την εξαγωγή του άλατος. Η οικονομική και πληθυσμιακή άνθηση υπήρξε τόσο έντονη, ώστε οι κάτοικοι της Αμμοχώστου διαμαρτυρήθηκαν προς τη διοίκηση του νησιού ότι οι Salines «έκλεβαν» ανθρώπους, πόρους και κύρος από τη Famagusta. Η Λάρνακα είχε ήδη μπει σε τροχιά ανάδειξης.
Ο αστικός αυτός πυρήνας διατηρήθηκε και κατά την οθωμανική περίοδο. Η πόλη έγινε γνωστή και ως Tuzla, όνομα που αποδίδει στα τουρκικά τόσο την ελληνική «αλυκή» όσο και τη βενετική Salines. Η παραγωγή άλατος συνέχισε να αποτελεί σημείο αναφοράς, όμως ακόμη πιο σημαντική ήταν η Σκάλα, η οποία σταδιακά ξεπέρασε σε σημασία το λιμάνι της Αμμοχώστου, που άργησε να ανακάμψει από τη βίαιη οθωμανική κατάκτηση. Από τον 17ο αιώνα και μετά, η Λάρνακα προσέλκυσε τα προξενεία ξένων δυνάμεων, τα οποία, με τα προνόμια που απολάμβαναν, συνέβαλαν στο να φτάσει η πόλη στο απόγειο της αίγλης της στα τέλη της οθωμανικής κυριαρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Βρετανοί, το 1878, βρήκαν στη Λάρνακα ό,τι πλησιέστερο στα ευρωπαϊκά πρότυπα υπήρχε στο νησί.
Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις του 19ου και του 20ού αιώνα περιόρισαν σταδιακά τη σημασία της πόλης. Αντίστοιχη πορεία ακολούθησε και η αλυκή. Η παραδοσιακή της χρησιμότητα εξέλιπε, το αλάτι έπαψε να συλλέγεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και ο υγροβιότοπος έπαψε να αποτελεί πόρο επιβίωσης. Κι όμως, η αλυκή δεν είπε την τελευταία της λέξη. Σήμερα, με την κατάλληλη αξιοποίηση, το μοναδικό οικοσύστημά της και τα μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς που την περιβάλλουν μπορούν να αναβαθμίσουν την ποιότητα ζωής των κατοίκων και να δώσουν νέα ώθηση στην τουριστική οικονομία της Λάρνακας.
Επιστρέφοντας στις θεολογικές αναφορές θυμόμαστε την χαρακτηριστική ευαγγελική φράση «Υμείς εστε το άλας της γης» με την οποία ο Ιησούς απευθύνθηκε στους μαθητές του αναθέτοντάς τους την αποστολή να δίνουν “γεύση” (ηθική, πνευματική) στον κόσμο. Κατ’ αναλογία και εκκοσμικεύοντας το μήνυμα θα μπορούσε ένα σύγχρονος πολίτης να απευθυνθεί στη Λάρνακα ζητώντας της να γίνει το «αλάτι της Κύπρου».