Το μήνυμα της αφίσας με τον Κίτσενερ, η κινητοποίηση του πολίτη και ο σημερινός προεκλογικός
Tο 1914, η αφίσα που απεικόνιζε τον λόρδο Κίτσενερ να δείχνει απευθείας τον θεατή και να δηλώνει ότι η πατρίδα «Σε χρειάζεται» εγκαινίασε ένα οπτικό και ρητορικό πρότυπο που θα κυριαρχούσε στην πολιτική και στρατιωτική προπαγάνδα για δεκαετίες. Τότε, ο Βρετανός Υπουργός καλούσε τους πολίτες να εγγραφούν στον στρατό που θα αντιμετώπιζε τις εχθρικές δυνάμεις στον Μεγάλο Πόλεμο. Η δύναμη της αφίσας βρισκόταν στην άμεση προσφώνηση: το κράτος, ενσαρκωμένο σε μια αυθεντία, ή προσωποιημένο σε ένα μυθικό χαρακτήρα (στην αμερικάνικη εκδοχή ο Κίτσενερ έγινε uncle Sam) απευθυνόταν προσωπικά στο άτομο και ζητούσε την κινητοποίησή του.
Το κοινό των αρχών του 20ου αιώνα δεν εκλάμβανε την χειρονομία α λα Κίτσενερ αρνητικά. Η αποδοχή συνδεόταν με την πολιτική κουλτούρα της εποχής, η οποία ήταν ανοιχτά ιεραρχική. Η εξουσία δεν όφειλε να εμφανίζεται οικεία, ούτε να αιτιολογεί τη θέση της. Πρόσωπα όπως ο Κίτσενερ ενσάρκωναν τo κύρος του κράτος και τη στρατιωτική αρετή. Το να απευθύνεται μια τέτοια μορφή στον πολίτη σήμαινε αναγνώριση: Ο θεατής ανυψωνόταν από το βλέμμα της εξουσίας και αναγνωριζόταν ως φορέας καθήκοντος και θυσίας.
Η πολιτική αυτή κουλτούρα άσκησε μακροχρόνια επιρροή και στην Κύπρο. Το κυπριακό κοινό βίωσε την εποχή των «μεγάλων ηγετών» έως και τα τέλη της χιλιετίας, με έντονη και συχνά κληρονομική αφοσίωση στα πρόσωπά τους. Κορυφαία μορφή αποτύπωσης αυτής της σχέσης στη δημόσια σφαίρα αποτέλεσαν τα μαζικά συλλαλητήρια, όπου ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν περιοριζόταν σε δηλώσεις, αλλά εμπλεκόταν σε κυριολεκτικό διάλογο με το πλήθος. Η ανταλλαγή συνθημάτων και οι ερωταποκρίσεις παρήγαγαν μια αίσθηση αναγνώρισης στους πολίτες που αντίκρισαν τον ηγέτη ως εκφραστή της δικής τους βούλησης. Εντούτοις, η σχέση δεν έπαυε πότε να είναι πατερναλιστική με τον λαό-παιδί να δέχεται με δέος και ενίοτε με ευγνωμοσύνη την θέση του.
Ακόμα και το συντριπτικό πλήγμα του πραξικοπήματος και της εισβολή δεν διατάραξαν την ιεραρχική σχέση ηγέτη-κοινού. Το μεταπολεμικό «κυπριακό όνειρο» αρθρωνόταν γύρω από μια σχέση εμπιστοσύνης της ανάγκης. Από τη μια, οι ψηφοφόροι υποστήριζαν στη βάση “αξιών” την παράταξη που υπέβαλε η οικογενειακή τους παράδοση με την προσδοκία ανταπόδοσης της προσήλωσης τους. Από την άλλη, οι πολιτικοί ταγοί, επιδίωκαν να ικανοποιούν τις προσδοκίες του κοινού και είχαν ένα σταθερό διπολισμό λόγου: επίρριψη της ευθύνης για τα εφήμερα εσωτερικά προβλήματα στην αντίπαλη παράταξη και απόδοση των μεγάλων εξωτερικών αδιεξόδων στην Τουρκία. Για την κατάρρευση αυτού του σχήματος χρειάστηκαν αλλεπάλληλες απογοητεύσεις σε όλες τις εκφάνσεις της πολιτικής ζωής.
Στη σύγχρονη εποχή, το ιεραρχικό πρότυπο πολιτικής προσφώνησης έχει καταστεί προβληματικό. Η αυθεντία του ηγέτη δεν είναι πλέον αυτονόητη και η ρητή επίκληση από «ψηλά» συχνά εκλαμβάνεται ως αυταρχική ή χειριστική. Οι κυρίαρχες ηθικές αξίες μετατοπίστηκαν: το δέος προς τον ηγέτη μετατράπηκε σε απαίτηση για ισότητα και ο σεβασμός στην αυθεντία σε καχυποψία. Ο πολίτης δεν επιθυμεί πλέον να καλείται· επιθυμεί να πείθεται — ή, ακριβέστερα, να αισθάνεται ότι η κινητοποιήσή του προέκυψε αυθόρμητα από τον ίδιο.
Στην αποκαθήλωση των παραδοσιακών ηγετών συνέβαλε καθοριστικά η διάδοση και η προσβασιμότητα των ψηφιακών μέσων επικοινωνίας. Η πολιτική αρένα έχει μετατοπιστεί από την πλατεία —τον κατεξοχήν χώρο συλλογικής συνάντησης— στον αυστηρά προσωπικό χώρο που ορίζεται από το άτομο/χρήστη και το κινητό του τηλέφωνο. Ο πολιτικός διάλογος διενεργείται πλέον μέσα από θραύσματα: σύντομα βίντεο και διέγερση του θυμικού με εικόνες και φράσεις που συχνά αποσπώνται από το αρχικό τους πλαίσιο και διακινούνται με ιομορφική ταχύτητα. Σε αυτό το πλαίσιο, όσοι επιθυμούν να επιβιώσουν στη σύγχρονη πολιτική σκηνή θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν αρκεί το πρόγραμμά τους…Το κάλεσμα τους προς τους πολίτες θα πρέπει να εκφέρεται με καθημερινή φωνή και να φτάνει στον πολίτη γρήγορα, επαναληπτικά και αλγοριθμικά.