Το μικρό κτήριο των αρχών του 20ού αιώνα λειτουργεί ως χρονοκάψουλα σε μια πόλη που αλλάζει διαρκώς
Στη σκιά του νέου Δημαρχείου Λευκωσίας προβάλει σεμνά και αθόρυβα ένα μικρό κτήριο των αρχών του 20ού αιώνα. Είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το παλαιότερο που επιβιώνει στην περίμετρο του Δημαρχείου. Ένα σπάνιο απομεινάρι μιας παλαιότερης εποχής κατά την οποία η περιοχή ήταν μια κεντρική συνοικία της εντός των τειχών Λευκωσίας, όπου συμβίωναν οι παραδοσιακές κοινότητες της πόλης. Πάνω από τις δύο πόρτες του σώζονται υπέρθυρες σιδεριές με την ένδειξη 1914, γραμμένες σε οθωμανική γραφή, ένδειξη ότι ήταν τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας. Αυτό είναι απολύτως συμβατό με το γεγονός ότι η ενορία Ομεριέ, όπου βρίσκεται, φιλοξενούσε στις αρχές του 20ου αιώνα ένα ιδιαίτερα υψηλό αριθμό μουσουλμάνων/Τουρκοκυπρίων (461 μωαμεθανούς και 487 μη μωαμεθανους είχε καταγράψει η απογραφή του 1911).
Το μικρό αυτό οίκημα υπήρξε μάρτυρας αλλεπάλληλων ιστορικών ανακατατάξεων που μεταμόρφωσαν την γειτονιά, άλλοτε ομαλά κι άλλοτε βίαια. Μία από τις πρώτες σημαντικές αλλαγές συνέβη στη δυτική πλευρά του κτηρίου. Εκεί ανεγέρθηκε το (παλαιό) οίκημα του Δημαρχείου Λευκωσίας στον χώρο που ήταν γνωστός στους Λευκωσιάτες της εποχής ως «καμπιά του Ευκλείδη». Ο Ιωάννης Ευκλείδης, ο πρώτος Κύπριος πτυχιούχος γιατρός του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε μια αντιφατική μορφή: βαθιά μορφωμένος, με μετέπειτα σπουδές στο Παρίσι, αλλά ταυτόχρονα εκκεντρικός και ιδιόρρυθμος. Αντί η ιατρική του πορεία να αφήσει το πιο έντονο αποτύπωμα, έμεινε στη μνήμη των κατοίκων για την άτυπη μεταφορική εταιρεία του με καμήλες, οι οποίες στάθμευαν στην καμπιά του.
Το πρώτο Δημαρχείο λειτούργησε εκεί μέχρι τη δεκαετία του 1940, όταν μεταφέρθηκε νοτιότερα, στον Προμαχώνα Νταβίλα. Το παλιό κτήριο λειτούργησε, για ένα διάστημα, ως προσωρινή Δημοτική Αγορά μετά τις πρώτες διακοινοτικές συγκρούσεις του 1956, όταν η κεντρική Δημοτική Αγορά, ένα κτίσμα του 1932 βρέθηκε εντός του τουρκοκυπριακού τομέα της πόλης, αποκλείοντας τους Ελληνοκύπριους κατοίκους από τη χρήση της. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων του 1956-58 ήταν και ο εκτοπισμός των Τουρκοκύπριων της περιοχής Ομεριέ γεγονός που μετάτρεψε την περιοχή σε αμιγώς ελληνική. Στον χώρο του παλιού Δημαρχείου χτίστηκε η Νέα Δημοτική Αγορά το 1965, όταν η προοπτική για κοινή επαναλειτουργία της κεντρικής Δημοτικής Αγοράς εξανεμίστηκε, μετά τις συγκρούσεις του 1963.
Το μικρό κτήριο της ενορίας Ομεριέ συνέχισε τη δική του πορεία, προσαρμόζοντας τη χρήση του στις μεταβολές της εποχής. Μετά την εισβολή του 1974, η εντός των τειχών Λευκωσία πάλευε να αποφύγει τη φθορά και την εγκατάλειψη. Τη δεκαετία του 1990 το κτήριο στέγασε το Επιμελητήριο Καλών Τεχνών, δίνοντας στη γειτονιά ένα πολιτιστικό χαρακτήρα σε μια εποχή που η παλιά πόλη ήταν ακριτική περιοχή και η συνοικία γνωστή για τους οίκους ανοχής της… Στις αρχές της νέας χιλιετίας το κτήριο βρέθηκε ξανά μπροστά στον κίνδυνο κατεδάφισης, όταν ξεκίνησαν τα έργα για την ανέγερση του νέου Δημαρχείου – αυτή τη φορά στην ανατολική του πλευρά. Εντούτοις, διασώθηκε, μετά από κινητοποιήσεις πολιτών, αναπαλαιώθηκε και διεκδίκησε ένα νέο ρόλο στη σύγχρονη εποχή.
Σήμερα, μετά τον προσεκτικό του μετασχηματισμό, το κτήριο ετοιμάζεται να ζήσει μια νέα, απρόσμενη ζωή. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών το έχει αποκτήσει για να στεγάσει το παράρτημα της Ιατρικής του Σχολής. Η ειρωνεία –ή ίσως η ποίηση της ιστορίας– είναι προφανής: ένα οίκημα που κάποτε στεκόταν δίπλα στις καμήλες του γιατρού Ευκλείδη, ενός από τους πρώτους Κύπριους που σπούδασαν ιατρική στην Αθήνα, περνά τώρα στην κατοχή της Ιατρικής Σχολής του ίδιου εκείνου Πανεπιστημίου.Ένας κύκλος, μεγάλος και απρόβλεπτος, μοιάζει να κλείνει. Η ιατρική σχολή Αθηνών και η δημοτική αρχή της Λευκωσίας συνδέονται ξανά στην ενορία Ομεριέ, μετά από έναν αιώνα ανακατατάξεων. Μάρτυρας το μικρό κτήριο των αρχών του 20ού αιώνα που λειτουργεί ως χρονοκάψουλα σε μια πόλη που αλλάζει διαρκώς.