Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, με μια ειρωνική στροφή της ιστορίας, η κυπριακή σημαια έγινε για πρώτη φορά ένα σύμβολο που μίλησε και στην καρδιά των ελληνοκύπριων εθνικοφρόνων
Το καλοκαίρι του 1959, καθώς ολοκληρώνονταν οι διαδικασίες για τη μετάβαση από τη βρετανική αποικιακή κυριαρχία στην Κυπριακή Δημοκρατία, προέκυψε και το ζήτημα της σημαίας του νέου κράτους. Έπρεπε να εκπληρωθεί η βασική αρχή της διεθνούς τάξης πραγμάτων που υποβάλλει πως κάθε αναγνωρισμένο κράτος θα πρέπει να έχει την δική του σημαία. Υπάρχουν στοιχεία ότι βρετανικές υπηρεσίες, ύστερα από οδηγίες του απερχόμενου κυβερνήτη Χιου Φουτ, επεξεργάστηκαν προτάσεις για σημαία που να περιέχει τον χάρτη της Κύπρου και σύμβολα με ουδέτερα χρώματα. Ο Τουρκοκύπριος καλλιτέχνης Ισμέτ Γκιουνέι φαίνεται να την ολοκλήρωσε στη βάση αυτού το σκεπτικού, σχεδιάζοντας παράλληλα και το έμβλημα της Δημοκρατίας.
Στις 16 Αυγούστου 1960, οι Κύπριοι, συνηθισμένοι επί δεκαετίες στην ελληνική και την τουρκική σημαία αντίστοιχα, είδαν για πρώτη φορά να υψώνεται η σημαία του νέου κράτους. Ήταν ένα σύμβολο που σηματοδοτούσε την ανεξαρτησία, αλλά δεν είχε ισχυρό συναισθηματικό περιεχόμενο. Το ίδιο αμήχανη ήταν και η σχέση του λαού με την ίδια την επέτειο της ανεξαρτησίας. Το Σύνταγμα, άλλωστε, δεν προέβλεπε κρατική επέτειο, αλλά αναγνώριζε το δικαίωμα των δύο κοινοτήτων να εορτάζουν τις αντίστοιχες ελληνικές και τουρκικές εθνικές επετείους.
Δύο σιωπηλές επέτειοι πέρασαν και στις 11 Ιουλίου 1963 το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε να ορίσει την 1η Οκτωβρίου ως «ημέραν αργίας και εορτασμού της Ανεξαρτησίας», αντί της 16ης Αυγούστου. O Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δέχτηκε συγχαρητήρια από επισήμους, στην παρουσία του Αντιπροέδρου Κουτσιούκ, στο Προεδρικό, ενώ το ευρύ κοινό έμεινε παγερά αδιάφορο. Αργότερα, οι διακοινοτικές συγκρούσεις και η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα πολιτειακά αξιώματα έθεσαν ουσιαστικά την επέτειο στο περιθώριο. Η κυπριακή σημαία που έμεινε στην “διαχείριση” της Ελληνοκυπριακής κοινότητας -μαζί με τον κρατικό μηχανισμό- εμφανιζόταν μόνο στις απαραίτητες περιστάσεις. Οποιοσδήποτε την προέβαλε αχρείαστα μπορούσε να στιγματιστεί ως ανθέλληνας.
Μια μεταβολή άρχισε μετά την τραγωδία του 1974. Η καπηλεία των ελληνικών συμβόλων από τους πραξικοπηματίες, αλλά κυρίως η ανάγκη για ένα σύμβολο που να επικύρωνε την επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας έκαναν την κυπριακή σημαία περισσότερο ελκυστική στα μάτια των Ελληνοκυπρίων. Οι πρώτες κινήσεις προβολής της έγιναν από τον Νεοκυπριακό Σύνδεσμο λίγους μήνες μετά την εισβολή. Αργότερα, στην κηδεία του Μακαρίου το καλοκαίρι του 1977, εκτυλίχθηκε μια στιγμή μεστή συμβολισμών. Η εξαδέλφη του Μακαρίου Κλεοπάτρα Παγιάτα τοποθέτησε την κυπριακή σημαία δίπλα στην ελληνική που κάλυπτε το φέρετρο του νεκρού εθνάρχη στο ναό του Αγίου Ιωάννη όπου είχε τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα. Παρά τις αντιδράσεις του Έλληνα Πρέσβη Μιχάλη Δούντα, η σημαία παρέμεινε εκεί. Η πρωτοβουλία αυτή, μάλιστα, διαμόρφωσε μια τάση που ακολουθήθηκε σε πολλές κηδείες Ελληνοκυπρίων πολιτειακών αξιωματούχων μετέπειτα: μισό φέρετρο καλυμμένο με την ελληνική και το μισό με την κυπριακή σημαία.
Η 1η Οκτωβρίου επανήλθε ως επέτειος το 1977 λίγο μετά τον θάνατο του Μακαρίου, επί προεδρίας Σπύρου Κυπριανού, ενώ το 1979 εντάχθηκε στις σχολικές αργίες. Η συγκυρία ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη του 1960. Η ανεξαρτησία που κάποτε αντιμετωπιζόταν από πολλούς ως ανεπαρκής σε σχέση με τις εθνικές επιδιώξεις φάνταζε τώρα πολύτιμη μπροστά στην κατοχή και τον de facto διαχωρισμό. Η κυπριακή σημαία, αποκτούσε, πλέον, ισχυρό πολιτικό και συμβολικό φορτίο. Η Μακαριακή Δεξιά την εγκολπώθηκε, ενώ η Αριστερά της προσέδωσε σταδιακά την διάσταση ενός σύμβολο που ένωνε Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Εντούτοις, η εξιδανικευμένη κατάσταση κατά την οποία τα μέλη των κυπριακών κοινοτήτων τιμούσαν την ίδια σημαία μαζικά και αυθόρμητα, δεν υπήρξε ποτέ. Εν τω μεταξύ οι Τουρκοκύπριοι ανέκρουσαν πρύμνα διαμορφώνοντας την δική τους αποσχιστική οντότητα και τα σύμβολά της…
Ίσως η ισχυρότερη στιγμή της κυπριακής σημαίας και της άλλοτε απαξιωμένης «ζυριχικής ανεξαρτησίας» ήρθε το 2004, μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν. Για πολλούς Ελληνοκύπριους η υφιστάμενη Κυπριακή Δημοκρατία με απόντες τους Τουρκοκύπριους και κουτσουρεμένο από το 1974 τον έλεγχο επί του εδάφους της, απόκτησε καινούρια αξία. Αυτή του αναχώματος απέναντι σε μια νέα πολιτειακή προοπτική που θεωρούσαν περισσότερο ριψοκίνδυνη: της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Έτσι, με μια ειρωνική στροφή της ιστορίας, η κυπριακή σημαια έγινε για πρώτη φορά ένα σύμβολο που μίλησε και στην καρδιά των ελληνοκύπριων εθνικοφρόνων.
Η ιστορία της κυπριακής σημαίας είναι, προφανώς, μια πορεία συνεχούς ανανοηματοδότησης. Ξεκίνησε ως ένα αδιάφορο σύμβολο για να συνδεθεί αργότερα με την κρατική επιβίωση, τον μακαριακό χώρο, τον κυπροκεντρισμό και την επαναπροσέγγιση, καθώς και την υπεράσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας απέναντι σε λύσεις που θα προκαλούσαν την μετεξέλιξή της. Της πατρίδος η σημαία δεν παύει μέχρι σήμερα παράγει συμβολισμούς. Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, το γεγονός ότι κάθε καινούριο νόημα δεν καταργεί το προηγούμενο. Σε μεγάλο βαθμό όλα τα νοήματά της συνυπάρχουν και μπορούν να αναδύονται αναλόγως της περίστασης.