weather widget icon
9.8 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
22.03.2026 10:27
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Η δημόσια χρήση του χώρου στη Λευκωσία κατά τη βρετανική περίοδο συνδέθηκε άρρηκτα με τις επετειακές πρακτικές. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου —η οποία καθιερώθηκε στο ελληνικό κράτος το 1838— υπήρξε ο πρώτος που μεταφέρθηκε στους κόλπους της ελληνικής κοινότητας της Κύπρου. Με δεδομένη την ευρεία απήχησή του μέχρι σήμερα, αποτελεί τον μακροβιότερο εθνικό εορτασμό που επιβιώνει στο νησί. Οι εκδηλώσεις για την εθνική παλιγγενεσία υπήρξαν καίριες στιγμές μέσα από τις οποίες η ελληνική κοινότητα της Κύπρου ανακαλούσε το παρελθόν και ταυτόχρονα προέβαλλε τις διεκδικήσεις της για το μέλλον της.

Οι Βρετανοί υιοθέτησαν ένα σχετικά φιλελεύθερο πλαίσιο ως προς την έκφραση των κοινοτήτων, επιτρέποντας την ανάπτυξη ποικίλων επετειακών εκδηλώσεων στον αστικό χώρο. Εκτός από την 25η Μαρτίου, κατά τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας η κεντρική διοίκηση ανεχόταν και την τέλεση και άλλων εκδηλώσεων που είχαν πολιτικές αναφορές, όπως τα γενέθλια του Έλληνα βασιλιά ή του Σουλτάνου. Με την ανακήρυξη της Κύπρου σε Αποικία του Στέμματος το 1925, η ελληνική κοινότητα ενδυναμώθηκε και η επέτειος της 25ης Μαρτίου αναδείχθηκε σε προνομιακή στιγμή δημόσιας ανάδειξης της ταυτότητάς της.

Advertisement

Ο εορτασμός του 1930, ο λαμπρότερος που είχε γίνει μέχρι τότε λόγω των εκατοντάχρονων από την απελευθέρωση της Ελλάδας, ήταν χαρακτηριστικός. Με το εθνικό φρόνημα να «βρίσκεται εν ζωηροτέρα εξεγέρσει», ο εορτασμός «οργανώθη πολυμερέστερος και μεθοδικότερος». Μια λαμπρή δοξολογία στην εκκλησία της Φανερωμένης λειτούργησε ως σημείο αφετηρίας, από το οποίο ξεκίνησε μια επιβλητική παρέλαση με πρωταγωνίστρια τη μαθητιώσα νεολαία προς το Γυμναστήριο (ΓΣΠ). Αργότερα έγινε η πομπή προς την Αρχιεπισκοπή, όπου στεφανώθηκε η προτομή του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Συγκινητικοί λόγοι, πλήθος κόσμου και σημαιοστολισμένες οδοί συνέθεταν μια συμβολικά φορτισμένη επιτέλεση.

Η διαδρομή στο τρίγωνο Φανερωμένη – Στάδιο – Αρχιεπισκοπή συγκροτούσε μια συμβολική χαρτογράφηση της πόλης. Αποτύπωνε τον τόπο που η ελληνική κοινότητα ήλεγχε και αξιοποιούσε ως εφαλτήριο των διεκδικήσεών της. Την ίδια περίοδο, άλλοι φορείς εξουσίας ενεργοποιούσαν διαφορετικούς χωρικούς άξονες. Η αποικιακή διοίκηση επικεντρωνόταν στον άξονα Κυβερνείου – Πύλης Πάφου και στη δυτική τάφρο, ενώ η μουσουλμανική/τουρκική κοινότητα περιοριζόταν στην τουρκική συνοικία. Μέσα από αυτές τις πρακτικές, ο δημόσιος χώρος καθίστατο πεδίο πολλαπλών, ενίοτε ανταγωνιστικών, εγγραφών ταυτότητας. Αναμφίβολα, η δυναμική των εκδηλώσεων του ελληνικού στοιχείου άφηνε το ισχυρότερο αποτύπωμα.

Αν και οι επέτειοι αναφέρονται διαχρονικά στα ίδια γεγονότα, τα νοήματά τους αλλάζουν ανάλογα με τις εκάστοτε συνθήκες. Οι εκδηλώσεις του 1930 εγγράφονται στο πλαίσιο του κλίματος της ελληνοτουρκικής φιλίας που είχε καθιερώσει ο Βενιζέλος με τον Ατατούρκ, καθώς και της φιλοαγγλικής πολιτικής του Έλληνα πρωθυπουργού. Το αίτημα για ένωση ήταν ξεκάθαρο, όμως δεν είχε πολεμικό χαρακτήρα. Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος της Ελευθερίας, «επιμένομεν όπως ο Κυβερνήτης της Κύπρου γνωρίσει στην κεντρική διοίκηση την αφοσίωση που επιδείξαμεν δια των εκδηλώσεών μας προς την ελληνική ιδέα». Επεξηγεί δε ότι ο κυπριακός λαός δεν προβαίνει σε εχθρικά κινήματα προς τη φίλη του ελληνισμού Βρετανία, καθότι ευελπιστεί ότι αυτή θα ικανοποιήσει τα αιτήματά του εθελούσια.

Advertisement

Ο Κυβερνήτης Στορς δεν υπολειπόταν φιλελληνισμού με την ακαδημαϊκή έννοια του όρου. Ήταν διατεθειμένος να επιτρέψει εκδηλώσεις εθνικού τύπου, όμως δεν μπορούσε να ανεχθεί «εχθρικά κινήματα». Το απέδειξε την επόμενη χρονιά, όταν μια πορεία διαμαρτυρίας με εθνικό πρόσημο που ξεκίνησε από τη Φανερωμένη, πέρασε από το Στάδιο και κατέληξε στο Κυβερνείο, όπου οι διαδηλωτές το πυρπόλησαν, πυροδοτώντας μια βραχύβια εξέγερση που έγινε γνωστή ως Οκτωβριανά. Τα σκληρά μέτρα που ακολούθησαν κατέστησαν οποιεσδήποτε δημόσιες επετειακές εκδηλώσεις αδύνατες για σχεδόν μια δεκαετία. Όταν ξαναξεκίνησαν, ξεδιπλώθηκαν σε ένα πολύ διαφορετικό πολιτικό τοπίο και η πολεμική ήταν κύριο χαρακτηριστικό τους. Με μια αναδρομική ματιά, μπορεί κανείς να πει ότι οι εκδηλώσεις του Μαρτίου του 1930 (και του 1931) σηματοδότησαν το τέλος της επετειακής αθωότητας.