Τι συμβαίνει σήμερα στα ενεργά μέτωπα του Ιράν, του Λιβάνου, της Συρίας και της Γάζας
Έχει πλέον αποδειχθεί ότι οι κατά καιρούς δηλώσεις χρονοδιαγραμμάτων για τερματισμό του πολέμου κατά του Ιράν, είτε δια στόματος Τραμπ ή Νετανιάχου, είτε από διαρροές τοπικών ή διεθνών μέσων, έχουν πραγματικό στόχο να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη ή την πετρελαϊκή αγορά. Η ίδια τακτική καθησυχασμού, άλλωστε, είχε ακολουθηθεί ήδη από τις πρώτες μέρες μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, όταν κυβερνητικά στελέχη έκαναν λόγο για «επιχείρηση λίγων εβδομάδων», μέχρι που φτάσαμε στο σήμερα, με όλα τα πολεμικά μέτωπα να παραμένουν ανοικτά.
Αφήνοντας, λοιπόν, τα αισιόδοξα χρονοδιαγράμματα κατά μέρος, κρίνεται χρησιμότερο να επιχειρηθεί μία ρεαλιστική αποτίμηση της κατάστασης που επικρατεί σήμερα επί του πεδίου στα σημαντικότερα ενεργά μέτωπα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν συγκεκριμένα αδιαμφισβήτητα δεδομένα.
Το μέτωπο του Ιράν
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η έλλειψη πολεμικής αεροπορίας και η ανεπαρκής αεράμυνα του Ιράν κατέστησαν τη χώρα ανοχύρωτη έναντι των αλλεπάλληλων ισραηλινών και αμερικανικών επιδρομών. Οι προχθεσινές καταρρίψεις των δύο αμερικανικών πολεμικών αεροπλάνων από το Ιράν (3/4) δεν θα πρέπει να παρασύρουν σε υπεραπλουστευμένα συμπεράσματα. Μετά από 34 μέρες πολέμου, ήταν πια καιρός να πιστωθεί στην ιρανική αεράμυνα τουλάχιστον μία επιτυχία.
Από την άλλη, η ύπαρξη κρατικών υποδομών που διασφαλίζουν τον πολύτιμο για την διεθνή αγορά ορυκτό πλούτο της χώρας, αποτελεί στην ουσία την βασική της «άμυνα» έναντι των ισχυρότερων στρατιωτικών της αντιπάλων. Ισραήλ, ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα γνωρίζουν πολύ καλά ότι εάν το μεταπολεμικό Ιράν δεν θα είναι σε θέση να διανείμει το πετρέλαιό του, τότε μοιραία κάποιοι θα πρέπει να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αποκατασταθούν οι κατεστραμμένες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ανεξαρτήτως εάν τελικά το καθεστώς της Τεχεράνης διατηρηθεί ή όχι – και αυτήν τη σημαντική λεπτομέρεια, την γνωρίζουν οι πάντες, εχθροί και φίλοι του σημερινού Ιράν. Με βάση αυτό το δεδομένο, και παρά τις όποιες αρχικές διακηρύξεις Ισραηλινών και Αμερικανών, ότι το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν θα ‘πέσει σαν χάρτινος πύργος’ όπως είχε συμβεί στην περίπτωση του Ιράκ υπό τον Σαντάμ Χουσεΐν (ας μην ξεχνάμε ότι στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου το 1991, το ιρακινό καθεστώς δεν κατέρρευσε), σήμερα ίσως να μην θεωρείται πλέον πρακτικά σκόπιμο να συμβεί κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που οι ισραηλινές και αμερικανικές επιδρομές δεν επικεντρώνονται στις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της χώρας – ακριβώς επειδή είναι απαραίτητο αυτές να διατηρηθούν για το καλό της διεθνούς οικονομίας.
Από την άλλη, ενώ πολλά λέγονται ως προς το πόσο ευάλωτο είναι σήμερα το ιρανικό καθεστώς, η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι υπάρχει ακόμα ενός κλειστός ηγετικός κύκλος που συσπειρώνεται γύρω από τους Φρουρούς της Επανάστασης, ο οποίος μάλλον δεν λογαριάζει τις εκάστοτε απόψεις που εκφράζει ο μετριοπαθέστερος Πρόεδρος της χώρας, Μεσούντ Πεζεσκιάν. Εάν το Ιράν δεν δείχνει να «πείθει» ότι ο νεοαναδειχθείς Ηγέτης της Επανάστασης, Μουτζταμπά Χαμενεΐ, είναι σε θέση να διοικεί την χώρα, δεν φαίνεται να «πείθουν» πολλούς οι πρόσφατες δηλώσεις Τραμπ που εμφανίζουν ως συνομιλητή του μια «νέα φουρνιά» ηγετών του καθεστώτος, που ζητά επίμονα να συνθηκολογήσει με τις ΗΠΑ. Παρότι διάγουμε την εποχή της αστραπιαίας πληροφόρησης, ας παραδεχθούμε ότι πολύ λίγα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με των ατζέντα των παρασκηνιακών επαφών μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Μάλιστα, εάν τελικά επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες του προχθεσινού φύλλου της Wall Street Journal (3/4), που φέρουν τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες να κατέληξαν σε αδιέξοδο, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε. Το αντίθετο θα αποτελούσε λόγο έκπληξης, αν ληφθεί υπ’όψιν ότι το Πακιστάν (και παρασκηνιακά η Τουρκία) είχε αναδεχθεί ρόλο κύριου διαμεσολαβητή. Δυσαναπλήρωτο το κενό που αφήνει πίσω του Κατάρ σε αυτόν τον τομέα.
Απεναντίας, η ολοένα και περισσότερη συγκέντρωση χερσαίων αμερικανικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο, που συνοδεύθηκε την εβδομάδα που μας πέρασε με σύσκεψη του αρχηγού του IDF, υποστράτηγου Εγιάλ Ζαμίρ, με τον διοικητή της CENTCOM, των αμερικανικών στρατευμάτων στην
περιοχή, ναύαρχο, Μπραντ Κούπερ, με θέμα τον καθορισμό των ιρανικών στόχων που θα πληγούν τις ερχόμενες εβδομάδες, κάθε άλλο παρά προλέγουν ότι είναι ρεαλιστικό το χρονοδιάγραμμα των «δύο ή τριών εβδομάδων» που ανακοίνωσε προ ημερών ο Ντόναλντ Τραμπ. Εάν προσθέσουμε το δεδομένο ότι η Βρετανία, μαζί με άλλες 40 χώρες θα συνεδριάσουν τις επόμενες μέρες για το ενδεχόμενο μίας διεθνούς στρατιωτικής ναυτικής παρουσίας στα Στενά του Ορμούζ, τότε εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι η Υπουργός Εξωτερικών της ΕΕ, Κάγια Κάλας, όταν δήλωνε πως «αυτός ο πόλεμος δεν αφορά την Ευρώπη» – ίσως τελικά να είχε υπ’ όψιν κάποιον άλλον (άγνωστο) πόλεμο.
Με τις διεθνείς ενεργειακές αγορές να τελούν, στην πραγματικότητα, υπό ομηρία, και έως ότου οι γειτονικές αραβικές χώρες δεν αποφασίζουν να «μπουν ενεργά στον πόλεμο», όπως ο Πρόεδρος Τραμπ τις προτρέπει επίμονα, οι κρατικές πετρελαϊκές υποδομές του Ιράν απλώς θα συνεχίσουν να χρησιμεύουν ως «ενεργειακή ασπίδα» του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Τον Γόρδιο Δεσμό της Τεχεράνης θα κληθούν να τον διαχειριστούν είτε όσοι ανήκουν στην φερόμενη «νέα φρουρά» της τοπικής ηγεσίας -τα ονοματεπώνυμα της οποίας μάλλον δεν γνωρίζουμε-, είτε οι εθνοτικές μειονότητες –οι οποίες μάλλον αναμένουν ένα ‘πράσινο φως’ που ακόμα δεν άναψε-. Πάντως, αν κρίνουμε από τα μέχρι στιγμής γεγονότα, ο ιρανικός λαός παραμένει κλειδωμένος στο σπίτι του, καθότι κανένας διαδηλωτής δεν πρόκειται να βγει στους δρόμους όταν οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί συνεχίζονται μέρα-νύχτα. Παράλληλα, παραμένει άγνωστο μέχρι πότε οι αγορές θα καθησυχάζονται από αισιόδοξα χρονοδιαγράμματα, παρά τις επίμονες ισραηλινές και αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές που δείχνουν να μην έχουν τέλος.
Το μέτωπο του Λιβάνου
Η εικόνα του λιβανικού μετώπου αποδεικνύεται μάλλον πιο σαφής. Ήδη στις αρχές της εβδομάδας σημειώθηκε η πρώτη δημοσιογραφική αναφορά από την κρατική ισραηλινή τηλεόραση ότι οι πρώτες χερσαίες δυνάμεις του IDF έφτασαν σε μία περιορισμένη περιοχή της όχθης του ποταμού Λιτάνι. Το βράδυ της Πέμπτης (2/4) ειπώθηκε σε ισραηλινά ιδιωτικά μέσα ότι ο ισραηλινός στρατός έχει διανύσει 10 χιλιόμετρα εντός του Νοτίου Λιβάνου, φτάνοντας ουσιαστικά «στη μέση γραμμή» που τον χωρίζει από τους ποταμούς Λιτάνι και Ζαχαράνι, οι οποίοι και φέρονται να οριοθετούν την αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που ορίσθηκε ως ‘αντικειμενικός σκοπός’ της επιχείρησης.
Στο μεταξύ, ενώ ήδη από την αρχή του πολέμου κατά του Ιράν, όλα τα σιιτικά χωριά του Νοτίου Λιβάνου έχουν εκκενωθεί από τους κατοίκους τους, η δήλωση του ισραηλινού Υπουργού Άμυνας, Ισράελ Κατς στις αρχές της εβδομάδας ξεκαθαρίζει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. «Δεν πρόκειται να επιτραπεί στον σιιτικό πληθυσμό που εκκενώθηκε στον Νότιο Λίβανο να επιστρέψει στις εστίες του», δήλωσε ο Κατς, ενώ συγχρόνως μονάδες του Σώματος Μηχανικού έχουν ήδη αρχίσει να ισοπεδώνουν τα εγκαταλελειμμένα σιιτικά χωριά που βρίσκονται σε ακτίνα τουλάχιστον 5 χιλιομέτρων από την οριογραμμή Ισραήλ-Λιβάνου «προκειμένου να μην αποτελούν πλέον απειλή για τους παραμεθόριους ισραηλινούς οικισμούς», όπως ειπώθηκε επίσημα.
Ωστόσο, δεν πρέπει να διαφεύγει μία σημαντική λεπτομέρεια. Σήμερα υπάρχουν στον Νότιο Λίβανο χωριά που δεν έχουν εκκενωθεί. Είναι τα χωριά των Χριστιανών και των Δρούζων, που δείχνουν συμφιλιωμένα με την νέα πραγματικότητα επί του πεδίου. Εντύπωση προκαλεί ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ του, λιβανικής καταγωγής, Ουαλίντ Φάρες, ο οποίος είχε διατελέσει ειδικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου για ζητήματα Λιβάνου κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Την περασμένη Πέμπτη (2/4), ο Φάρες επικαλέσθηκε «τοπικούς παράγοντες χριστιανικών και δρουζικών χωριών που βρίσκονται στην μεθόριο Λιβάνου-Ισραήλ» που φέρονται να ενημέρωσαν τον IDFότι θα παραμείνουν στις εστίες τους «για να προστατεύσουν τα χωριά τους» από πιθανές επιθέσεις ενόπλων Σιιτών της Χεζμπολάχ.
Δεν θα ήταν σώφρον να υπερτιμηθεί η αξία της αναφοράς του Φάρες, παρότι υπήρξε σημαντικό στέλεχος του περιβάλλοντος Τραμπ και πράγματι γνωρίζει εξ του σύνεγγυς τα λιβανικά τεκταινόμενα. Ωστόσο, η πληροφορία αυτή είναι σαφώς καλύτερη από την παντελή απουσία απάντησης εκ μέρους των Ισραηλινών ποια θα είναι ακριβώς η «επόμενη μέρα» ενός Νοτίου Λιβάνου, άδειου από Σιίτες. Για τη σημερινή κυβέρνηση της Βηρυτού, η ‘οίκηση’ του Νοτίου Λιβάνου από θρησκευτικές λιβανικές κοινότητες που έχουν μάθει κατά το παρελθόν να επικοινωνούν ομαλά με τον ισραηλινό παράγοντα, ίσως να ακούγεται ως «μία κάποια λύσις». Από την άλλη, τέσσερεις γραμμές στην πλατφόρμα Χ, σίγουρα δεν φέρνουν καμία άνοιξη.
Αντιθέτως, η Χεζμπολάχ απέδειξε ότι από την υπογραφή της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός, τον Νοέμβριο του 2024, και μέχρι σήμερα, κατάφερε να ανακτήσει τις επιχειρησιακές της δυνατότητες, προφανώς μέσω των διάτρητων συνόρων Λιβάνου-Συρίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανήμερα της πρώτης μέρας του Εβραϊκού Πάσχα (1/4) η οργάνωση εκτόξευσε μέσα μόνο 24 ώρες συνολικά 150 πυραύλους κατά του Ισραήλ. Από την άλλη, η Χεζμπολάχ έχει αποξενωθεί όσο ποτέ σε καθαρά πολιτικό επίπεδο από την κυβέρνηση Ζοζέφ Αούν. Σε στρατιωτικό επίπεδο όμως, έχει αποδείξει για ακόμα μια φορά πόσο κατώτερος των περιστάσεων αποδεικνύεται ο τακτικός λιβανικός στρατός. Αυτό όμως δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι πα΄νω από το 30% των στρατιωτών και στελεχών του τακτικού λιβανικού στρατού είναι Σιίτες, και κανείς Σιίτης δεν θα ήταν ηθικά σε θέση να αφοπλίσει την εξίσου σιιτική Χεζμπολάχ. Δεν είναι τυχαίο ότι πλέον, κανείς στο Ισραήλ, στις ΗΠΑ ή στην Γαλλία, δεν απαιτεί πια από την κυβέρνηση της Βηρυτού «να πράξει τα δέοντα» για να κινητοποιηθεί ο τακτικός στρατός της χώρας. Αντιθέτως, αποτελούσε έκπληξη όταν τέτοιες απαιτήσεις συνεχίζονταν να προβάλλονται επίμονα στον Πρόεδρο Αούν λίγες εβδομάδες πριν – αναγκάζοντας πια, τον Γάλλο ειδικό απεσταλμένο στα τέλη Φεβρουαρίου να δηλώνει τα αυτονόητα: Είναι ανώφελο να απαιτούνται τα ανέφικτα.
Το μέτωπο της Συρίας
Η εβδομάδα που μας πέρασε επανέφερε στην επικαιρότητα την κατάσταση που επικρατεί στα εδάφη της νότιας Συρίας που ελέγχονται σήμερα de facto από ισραηλινά στρατεύματα. Αφορμή αποτέλεσε η υπερψήφιση από την Κνέσετ του νόμου περί επιβολής θανατικής ποινής – μία νομοθετική πρωτοβουλία του νυν Υπουργού Εθνικής Ασφαλείας, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, και της ακροδεξιάς του εθνοθρησκευτικής παράταξης «Εβραϊκή Ισχύς», που συνεχίζει να προκαλεί αντιδράσεις σε διεθνές διπλωματικό επίπεδο επειδή το πεδίο εφαρμογής του «φωτογραφίζει» δράστες αποκλειστικά παλαιστινιακής καταγωγής. Έτσι, κατά το διήμερο 1-2/4 σημειώθηκαν μαζικές αντιισραηλινές διαδηλώσεις σε πολλές συριακές πόλεις (Δαμασκός, Λατάκια, Χομς κ.α.), ως επίσης και στην σουνιτική επαρχία Ντάρα της νότιας Συρίας, λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από τις περιοχές που ελέγχει ο IDF. Στις διαδηλώσεις στην Ντάρα επανεμφανίστηκαν ένοπλες τζιχαντιστικές ομάδες, που είχαν βοηθήσει τον νυν Πρόεδρο της χώρας, Άχμαντ Αλ-Σάρα, στην ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ και οι τοπικοί τους εκπρόσωποι εκφώνησαν ομιλίες που παρότρυναν τον τοπικό πληθυσμό να αποβάλει από τα συριακά εδάφη τα ισραηλινά στρατεύματα. Οι διαδηλώσεις αυτές κίνησαν το ενδιαφέρον της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας, που πύκνωσε καθ’ όλη την διάρκεια της εβδομάδας τις αναγνωριστικές της πτήσεις στην επαρχία Ντάρα.
Είναι πράγματι πολύ νωρίς να εκτιμηθεί εάν τελικά η τρέχουσα ισραηλινή προέλαση στον γειτονικό Λίβανο θα δώσει το έναυσμα να ‘ενοποιηθεί’ το μέτωπο της Συρίας σε μία ταυτόχρονη χερσαία
επιχείρηση του IDF και να συμπεριλάβει την σουνιτική επαρχία Ντάρα, με απώτερο στόχο οι ισραηλινές δυνάμεις να φτάσουν ανατολικότερα, έως της επαρχία Σουέιντα των Δρούζων, που διάκεινται σαφώς φιλικότερα προς το Ισραήλ. Πρόκειται, όμως, για ένα σενάριο που δεν πρέπει να αποκλείεται.
Από την άλλη, ήδη από τα ξημερώματα του Σαββάτου (4/4), παρατηρείται ένοπλη κινητικότητα μεταξύ σουνιτικών τζιχαντιστικών ομάδων έναντι φιλοκαθεστωτικών συριακών δυνάμεων στην επαρχία της Κουνέιτρα, εξαιρετικά κοντά στις περιοχές που ελέγχονται από τους Ισραηλινούς. Το καθεστώς της Δαμασκού δεν θα ήθελε με κανέναν τρόπο να δοθεί η αφορμή στον IDF να συνενώσει το συριακό με το λιβανικό μέτωπο. Δεν είναι όμως σίγουρο ότι είναι σε θέση να ελέγξει ένοπλους τζιχαντιστικούς παράγοντες που δρουν με βάση το θρησκευτικό μένος και όχι βάσει στρατηγικής. Ο συριακός παράγοντας, είτε πρόκειται για την διακυβέρνηση Αλ-Σάρα, είτε πρόκειται για ένοπλες τζιχαντιστικές ομάδες της μεθορίου, καλούνται να δώσουν εξετάσεις ψυχραιμίας – ένας αστάθμητος παράγοντας που αξίζει να τύχει της προσοχής μας το επόμενο διάστημα.
Το μέτωπο της Γάζας
Αν και αδικημένο από την πρόσφατη επικαιρότητα, το μέτωπο της Γάζας υπάρχει ακόμα. Οι σποραδικές συγκρούσεις Ισραήλ-Χαμάς συνεχίζονται, αλλά είναι γεγονός ότι το αμερικανικό στρατηγείο με συμμετοχή πολυεθνικού στρατιωτικού προσωπικού με έδρα την ισραηλινή κωμόπολη Κιριάτ-Γκατ, κατάφερε να μειώσει αισθητά την ένταση.
Αυτό όμως, δεν είναι αρκετό. Η Χαμάς παραμένει οπλισμένη στις θέσεις της και έχει αρχίσει να διαφαίνεται μία κανονικότητα που δεν θυμίζει σε τίποτα όσα δηλώνονταν από ισραηλινής πλευράς περί «εκρίζωσης της οργάνωσης από την Γάζα».
Από την άλλη, ενώ στα χαρτιά υπολογίζεται πως η λεγόμενη «πολυεθνική δύναμη σταθεροποίησης» του ειρηνευτικού σχεδίου Τραμπ θα εγκατασταθεί στην Γάζα την προσεχή Πρωτομαγιά, η κυβέρνηση της Ινδονησίας μάλλον ακυρώνει αυτό το χρονοδιάγραμμα. Μόλις άρχισε ο πόλεμος κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, η Ινδονησία ανακοίνωσε ότι αναβάλει μέχρι νεωτέρας την αποστολή των χερσαίων της δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην διεθνή δύναμη «λόγω της έντασης που επικρατεί στην περιοχή». Αν και παρόμοιες ανακοινώσεις δεν έχουν εκδοθεί από την Αλβανία, το Κόσοβο και το Καζακστάν, που έχουν δεσμευθεί να στείλουν στρατιώτες στην Γάζα, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι η πρακτική εφαρμογή των 20 σημείων του σχεδίου του Ντόναλντ Τραμπ θα πρέπει να περιμένει.