Αίσθημα δυσάρεστης αναμονής στο Ισραήλ
Όταν άρχισε να εφαρμόζεται η εκεχειρία Ιράν-ΗΠΑ ενόψει των διμερών επαφών στο Ισλαμαμπάντ, όπως επισημάνθηκε στην έκδοση του ALPHA Της Κυριακής της 12/4/2026, η ιρανική ηγεσία αντιμετώπιζε το εξής δίλημμα. Είτε θα έπρεπε να βάλει σε πρώτη προτεραιότητα την δική της επιβίωση, είτε θα έπρεπε να προστατεύσει πρώτα την βιωσιμότητα του κυριότερού της περιφερειακού συμμάχου, την οργάνωση Χεζμπολάχ, προσέχοντας όμως να μην «παρασυρθεί» από αυτήν, αποφεύγοντας το ενδεχόμενο να καταλήξουν οι συνομιλίες με τους Αμερικανούς σε αδιέξοδο.
Μία εβδομάδα αργότερα, αποδείχθηκε ότι η ιρανική διπλωματία «έπαιξε σωστά τα χαρτιά της», επειδή ακριβώς έχει διαβλέψει ορθά ότι η διακυβέρνηση Τραμπ ήδη μετράει την αντίστροφη μέτρηση της στρατιωτικής της παρουσίας στην περιοχή. Έτσι, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη έθεσαν ως κοινό πρώτιστο στόχο τους να μειώσουν την ένταση του λιβανικού μετώπου, ενώ εν τω μεταξύ, η Χεζμπολάχ, αυξάνοντας κατακόρυφα την ένταση και την συχνότητα των πυραυλικών της εκτοξεύσεων κατά του Ισραήλ, στην πραγματικότητα έστελνε σήματα «SOS» προς το Ιράν να μην διανοηθεί να την ξεχάσει, προχωρώντας σε μία βιαστική διευθέτηση με τις ΗΠΑ του Προέδρου Τραμπ. Από την άλλη, ο Ντόναλντ Τραμπ, θέλοντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αποφάσισε να παρουσιάσει τον εαυτό του ξανά ως ειρηνοποιό, ασκώντας πιέσεις διπλωματικές και επικοινωνιακές στην διακυβέρνηση Νετανιάχου, προκειμένου να αποδεχθεί μία κατάπαυση του πυρός, την οποία, ήδη λίγες ώρες μετά την εφαρμογή της, στο Ισραήλ παραμένει διάχυτη η αίσθηση ότι αυτοεγκλωβίστηκε.
Το λιβανικό μέτωπο «διευθετήθηκε» μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης
Έτσι, με αυτήν την απότομη σίγαση του λιβανικού μετώπου, Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες απέκτησαν το απόλυτο άλλοθι να συνεχίσουν τις διμερείς τους επαφές τις αμέσως επόμενες μέρες. Συγκεκριμένα, το Ιράν επέδειξε υπευθυνότητα στην Χεζμπολάχ, συμβάλλοντας στην απότομη διακοπή των ισραηλινών αεροπορικών επιδρομών, αρχικά για ένα δεκαήμερο και μελλοντικά , για όσο χρόνο θα διαρκέσει η εκεχειρία Ιράν-ΗΠΑ. Η διακυβέρνηση Τραμπ, από την άλλη, τονίζει ότι εργάστηκε αποτελεσματικά για να ανοίξει τον δρόμο στην υπογραφή μίας συνθήκης ειρήνης μεταξύ του Ισραήλ και της κυβέρνησης της Βηρυτού, παρότι αποτελεί κοινό μυστικό ότι το λιβανικό κράτος δεν είναι σε θέση από μόνο του να αφοπλίσει την Χεζμπολάχ. Η κυβέρνηση Νετανιάχου δίνει την εντύπωση ότι σύρθηκε σε μία κατάπαυση πυρός, παρ’ ότι κανένα στρατιωτικό επιτελείο δεν την επεδίωξε.
Ωρολογιακή βόμβα
Στην πραγματικότητα, η κατάσταση επί του πεδίου παραμένει περίπλοκη, ανεξάρτητα εάν ηχούν οι σειρήνες ή οι κρότοι των βομβαρδισμών. Οι εκτοπισμένοι Σιίτες κάτοικοι του Νοτίου Λιβάνου, αμέσως μετά την εφαρμογή της κατάπαυσης του πυρός, επιστρέφουν μαζικά στις εστίες τους. Έδειξαν για ακόμα μια φορά περισσότερη εμπιστοσύνη στις διαβεβαιώσεις της Χεζμπολάχ ότι θα τους προστατεύσει έναντι των δυνάμεων του IDF, ενώ την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο IDF συμφωνήθηκε να διατηρήσει τις θέσεις που ελέγχει στον Λίβανο καθ’ όσον χρόνο θα διαρκέσει η κατάπαυση του πυρός. Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα, που ανά πάσα στιγμή θα εκραγεί, με τους ισραηλινούς στρατιώτες να παραμένουν σε ημιαστικό περιβάλλον, όπου ο πληθυσμός είναι ξεκάθαρα εχθρικός και η Χεζμπολάχ δηλώνει ότι «διατηρεί το δικαίωμα της αντίστασης, όσο το Ισραήλ κατέχει λιβανικό έδαφος».
Ποιος νοιάζεται για τη συνθήκη ειρήνης;
Υπ’αυτές τις περιστάσεις, δεν θα πρέπει να προκαλεί καμία εντύπωση ότι, τόσο στο Ισραήλ, όσο και στον Λίβανο, θεωρείται δευτερεύον έως τριτεύον ζήτημα πως Νετανιάχου και Αούν ενδέχεται να βρεθούν (θέλοντας και μη) στο Οβάλ Γραφείο προκειμένου να υπογράψουν μία συνθήκη ειρήνη, που μάλλον δεν είχε ποτέ αποτελέσει πρώτιστη προτεραιότητα για κανέναν από τους δύο. Μιλώντας απόλυτα κυνικά, το Ισραήλ θα μπορούσε κάλλιστα να εγκαταστήσει στην Βηρυτό μία τοπική στρατιωτική διοίκηση του IDF, παρόμοια με εκείνην που είχε στήσει την δεκαετία του 1980. Γιατί θα έπρεπε να κουραστεί ιδιαίτερα για να ανοίξει στην Βηρυτό μία πρεσβεία; Αντιστοίχως, η διακυβέρνηση του Προέδρου Αούν ανησυχεί πολύ περισσότερο από το ότι η Χεζμπολάχ διαθέτει ισχυρότερο στρατό από τον τακτικό στρατό της χώρας, παρά από το πώς θα είναι διατυπωμένη μία συνθήκη ειρήνης, τη στιγμή που γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί για την ορθή της εφαρμογή και την μακροημέρευσή της.
Σε κλίμα δυσάρεστης αναμονής
Ωστόσο, περισσότερο εκτεθειμένος από όλους τους δρώντες κατά την δεδομένη περίοδο είναι το Ισραήλ και η διακυβέρνηση Νετανιάχου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιβάλει στην ισραηλινή πλευρά να παραμείνει εγκρατής σε όλα τα μέτωπα. Στον Λίβανο, στην Γάζα και στο Ιράν. Και να περιμένει έως ότου ο Ντόναλντ Τραμπ αποδειχθεί και πάλι ‘μέγας ειρηνοποιός’, διευθετώντας με την ιρανική πλευρά τον τερματισμό του πολέμου. Μάλιστα, όπως διέρρευσε από την γερμανική εφημερίδα Bild, ήδη από τα μέσα της εβδομάδας που πέρασε είναι έτοιμο το σχέδιο συμφωνίας, που περιγράφει μία μεταβατική διαδικασία 60 ημερών, προτού τα αμερικανικά στρατεύματα να αρχίσουν να αποχωρούν από την περιοχή. Και όμως, μία τέτοια εξέλιξη, με όλα τα πολεμικά μέτωπα να είναι ακόμα ανοιχτά και χωρίς να έχει αναδειχθεί ξεκάθαρα ποιος νίκησε και ποιος όχι, δεν αποτελεί τίποτε άλλο από το πρελούδιο μίας δεύτερης, ίσως πιο καταστροφικής φάσης ενός πολέμου που, σήμερα τουλάχιστον, είναι ημιτελής.