Η βραδυφλεγής Σαουδική Αραβία, τα φιλόδοξα Εμιράτα, το αμήχανο Κατάρ και το Ιράκ που λιβανοποιείται
Ενώ ο πόλεμος ανάμεσα στο Ιράν, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ συμπληρώνει έναν μήνα, η επιλογή της Τεχεράνης να εμπλέξει σε αυτόν και τις γειτονικές του αραβικές χώρες περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση. Η επιλογή του Ιράν να στοχεύσει τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν, αλλά και φιλικότερές του χώρες όπως το Κατάρ, το Κουβέιτ, το Ιράκ και το Ομάν, δεν χαρακτηρίζεται ως μία αλόγιστη πράξη απελπισίας. Πρόκειται για μία καθαρά στρατηγική επιλογή, υπό την εξής έννοια: Οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις θα πλήξουν την οικονομία και τις ενεργειακές δυνατότητες των φιλοδυτικών σουνιτικών μοναρχιών, οι οποίες, υπολογίζοντας κέρδη και ζημιές, θα ασκούσαν πιέσεις στην Ουάσιγκτον να λήξει αυτός ο πόλεμος το γρηγορότερο.
Σε αυτόν τον πόλεμο όμως, οι κανόνες δεν είναι ίδιοι. Μπορεί ο Πρόεδρος Τραμπ να κάνει λόγο για συμφωνίες και τελεσίγραφα, αλλά η συγκέντρωση περισσότερων αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων συνεχίζεται. Ο ιρανικός αντιπερισπασμός, με τις καθημερινές εκτοξεύσεις πυραύλων και drone κατά των γειτονικών αραβικών κρατών, δεν δείχνει να μεταπείθει εύκολα την Ουάσιγκτον να σηκώσει την λευκή σημαία του Game Over. Είναι κοινό μυστικό ότι ο ισραηλινός παράγοντας δεν θα διευκολύνει μία αμερικανική τακτική υποχώρηση, που θα παρατούσε φλεγόμενη μία Μέση Ανατολή, χωρίς έναν ξεκάθαρο νικητή και έναν εξίσου ξεκάθαρο ηττημένο.
Πλέον, οι μάσκες έπεσαν και παρότι οι ισορροπίες παραμένουν ρευστές, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε όσο γίνεται συνοπτικότερα τη στάση που τηρούν σήμερα συγκεκριμένες αραβικές χώρες που κατέχουν θέσεις-κλειδιά σε μία περιοχή, που βιώνει μία από τις κρισιμότερες στιγμές της Ιστορίας της.
Η βραδυφλεγής Σαουδική Αραβία
Με την εκτόξευση των πρώτων ιρανικών πυραύλων στο έδαφός της, μπορεί η σαουδαραβική πολιτική ηγεσία να διέρρευσε ότι η ανεκτικότητά της ‘δεν θα κρατήσει πολύ’, πλην όμως η πραγματικότητα αποδεικνύει το αντίθετο. Μπορεί να υπονοεί το Ριάντ ότι θα συστρατευθεί με τις ΗΠΑ προχωρώντας στην αντεπίθεση, αλλά η αλήθεια είναι πως όσο κι αν οι σαουδαραβικές ένοπλες δυνάμεις ανέκτησαν την αυτοπεποίθησή τους με την εμπλοκή τους στον εμφύλιο της Υεμένης, είναι σαφές ότι δεν αισθάνονται τόσο σίγουρες ώστε να αντιπαρατεθούν ευθέως με τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Εντυπωσιακές ωστόσο είναι οι διαρροές που δημοσίευσε πρόσφατα η New York Times, που φέρουν τον πρίγκιπα διάδοχο, Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν, να προτρέπει επανειλημμένα τον Πρόεδρο Τραμπ να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Ιράν, περιγράφοντας τις παρούσες συγκυρίες ως «ιστορική ευκαιρία» προκειμένου να αρθεί άπαξ δια παντός η μόνιμη ιρανική απειλή. Οι διαρροές, όμως, παρέμειναν διαρροές, χωρίς να υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι το Ριάντ ετοιμάζεται για επιστράτευση. Αξίζει να επισημανθεί ότι το αίτημα του Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν να αποκτήσει αμερικανική τεχνογνωσία προκειμένου να αναπτύξει η χώρα του το δικό της «ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα» υπάρχει ακόμα. Είχε εκφραστεί δημόσια για πρώτη φορά επί θητείας Μπάιντεν, και μάλιστα είχε προβληθεί ως το σημαντικότερο αντάλλαγμα που θα λάμβανε το σαουδαραβικό βασίλειο σε περίπτωση που θα εξομάλυνε τις σχέσεις του με το Ισραήλ. Μάλιστα, παραμονές της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, το σαουδαραβικό αυτό αίτημα συζητείτο επί σοβαρά βάσεως στην Ουάσιγκτον, με το Ισραήλ από την πλευρά του να εκφράζει έντονες αντιρρήσεις. Το ίδιο αίτημα συζητείται ακόμα και τώρα, επί διακυβέρνησης Τραμπ, ο οποίος δεν διάκειται αρνητικά ως προς αυτό. Οπότε, η παραμονή των ΗΠΑ στην περιοχή και η «άρση της μόνιμης ιρανικής απειλής», για το Ριάντ θα σηματοδοτήσει ακόμα ένα βήμα προς την επίτευξη αυτού του πολύ συγκεκριμένου του στόχου.
Όσο για τις διαρροές της New York Times, χαρακτηριστικά σε ύφος και περιεχόμενο ήταν όσα είπε σε συνέντευξη που παραχώρησε την περασμένη Τετάρτη (25/3) στην τηλεόραση της ΕΡΤ ο αρχισυντάκτης της μεγαλύτερης αγγλόφωνης σαουδαραβικής εφημερίδας Arab News, Φάιζαλ Αμπάς. Αποφεύγοντας να επιβεβαιώσει όσα δημοσιεύθηκαν «επειδή δεν ονοματίζονται οι δημοσιογραφικές πηγές», στη συνέχεια αναφέρθηκε λεπτομερώς με ποιον τρόπο το ιρανικό καθεστώς ανέκαθεν προκαλεί αστάθεια στην περιοχή, βλάπτοντας την διεθνή πετρελαϊκή αγορά, θέτοντας σε κίνδυνο την διεθνή ασφάλεια και εμμένοντας στην ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος. Κάθε άλλο σχόλιο περιττεύει.
Σε κάθε περίπτωση, οι ιρανικές επιθέσεις συνεχίζονται και ο Πρόεδρος Τραμπ σε προχθεσινές του δηλώσεις (27/30) κάλεσε ξεκάθαρα την κυβέρνηση του Ριάντ να μην περιμένει άλλο και να αναλάβει ενεργό δράση στον πόλεμο. Από την άλλη, ο Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν δείχνει να θέλει να εξαντλήσει όσα περιθώρια του απομένουν. Είναι ενδεικτικό ότι αύριο, Δευτέρα (30/3) ο Σαουδάραβας Υπουργός Εξωτερικών, Φάιζαλ Μπιν Φαρχάν, θα συμμετάσχει στο Πακιστάν σε σύσκεψη με τους ομολόγους του της Τουρκίας, του Πακιστάν και της Αιγύπτου για να «συζητήσουν τρόπους αποκλιμάκωσης της κατάστασης στην περιοχή». Άγκυρα, Κάιρο και Ισλαμαμπάντ συνεχίζουν να πιστεύουν ότι οι παράλληλοι δίαυλοι που τηρούν με Τεχεράνη και Ουάσιγκτον, αφ’ ενός θα καταφέρουν να τονίσουν πιθανότητες συγκλίσεων, αφ’ ετέρου θα δώσουν ακόμα περισσότερο χρόνο στο Ριάντ να σκεφτεί πιο ψύχραιμα τις επόμενες κινήσεις του. Κανείς, όμως, δεν ξέρει εάν τελικά η αυριανή σύσκεψη θα είναι και η τελευταία προτού τελικά ο Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν αποφασίσει να ενδώσει στις αμερικανικές πιέσεις για ενεργό πολεμική δράση κατά του Ιράν. Η χθεσινή ανακοίνωση (28/3) των φιλοϊρανών Χούθι της Υεμένης, ότι ανέλαβαν την ευθύνη της βαλλιστικής επίθεσης που εξαπέλυσαν το πρωί της ίδιας μέρας κατά του Ισραήλ, ίσως αποτελεί το προμήνυμα της ανανέωσης των πυραυλικών τους επιθέσεων και κατά της Σαουδικής Αραβίας – ένα ενδεχόμενο που ουσιαστικά θα αναγκάσει το Ριάντ να δώσει στον Λευκό Οίκο σαφείς και άμεσες απαντήσεις.
Τα φιλόδοξα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα
Την τελευταία εξαετία τα ΗΑΕ κατάφεραν τρόπον τινά να ικανοποιήσουν την – σχεδόν εμμονική τους – φιλοδοξία να καταστούν το αντίπαλο δέος του Κατάρ. Πρόκειται για μια επιδίωξη που είχε προβληθεί ποικιλοτρόπως από την πολιτική ηγεσία του Αμπού Ντάμπι περίπου ως ‘εθνικός στόχος’. Χρειάστηκε αρκετή τόλμη για να σπάσουν παλιά στεγανά, εξομαλύνοντας τις σχέσεις τους με το Ισραήλ, αναγνωρίζοντας την κυριαρχία του Μαρόκου στην Δυτική Σαχάρα και αποφασίζοντας να εμπλακούν ενεργά στον εμφύλιο της Υεμένης έως του σημείου να αντιπαρατεθούν ακόμα και με τον σαουδαραβικό παράγοντα. Έχοντας στραμμένο το βλέμμα τους προς τη Δύση (συνέργιες με Ισραήλ-Ελλάδα-Κύπρο) αλλά και προς την Ινδία, τα ΗΑΕ έθεσαν τον εαυτό τους στο προσκήνιο, αδιαφορώντας για τις καχύποπτες λοξές ματιές των άμεσων γειτόνων τους.
Ωστόσο, αυτός ο πόλεμος αναγκάζει τα Εμιράτα να επαναξιολογήσουν τις κινήσεις τους. Οι ιρανικοί πύραυλοι που δέχθηκαν στο έδαφός τους είναι περισσότεροι από όσους εκτοξεύθηκαν κατά του Ισραήλ. Η εικόνα του ανέμελου τουριστικού προορισμού έχει πληγεί σημαντικά και οι ενεργειακές τους υποδομές δεν βρίσκονται στο απυρόβλητο. Τις τελευταίες μέρες κάνει τον γύρο των ιρανικών ΜΚΔ η φωτογραφία της εισόδου της εμιρατινής πρεσβευτικής κατοικίας στην Τεχεράνη, που βάφτηκε με την φράση «Θάνατος στον Μπιν Ζάγιεντ» (σ.σ. ο Πρόεδρος των ΗΑΕ) που πλαισιώνεται από ένα εβραϊκό Άστρο του Δαυίδ. Σημαντική μερίδα του αραβικού Τύπου επικρίνει τα ΗΑΕ ως το «πιο σιωνιστικό αραβικό κράτος» – ένας χαρακτηρισμός που δεν απέχει πάρα πολύ από την πραγματικότητα (αν εξαιρέσουμε ίσως το Μπαχρέιν).
Με ισχυρή αεροπορία και με σχετικά υπολογίσιμη για τα δεδομένα ναυτική παρουσία, εάν τα ΗΑΕ είχαν αντίστοιχο στρατηγικό βάθος και δεν είχε επενδυθεί τόσο επιχειρηματικό κεφάλαιο στον κλάδο του τουρισμού και της παροχής υπηρεσιών, η πολιτική τους ηγεσία θα είχε προ πολλού πρωτοστατήσει ως βασικός τοπικός εταίρος των Αμερικανών σε μία από κοινού αποφασιστική άρση της «μόνιμης ιρανικής απειλής». Τα ΗΑΕ εκτιμάται ότι θα μπορούσαν να μπουν σε αυτόν τον πόλεμο ενεργά μόνο στο πλαίσιο ενός πολυεθνικού σχήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη φέρονται να δηλώνουν πρόθυμα να μετέχουν σε μία διεθνή ναυτική δύναμη διασφάλισης της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ. Σε απώτερο στάδιο, ίσως τα Εμιράτα προσπαθήσουν να εκμεταλλευθούν μία ενδεχόμενη ιρανική ήττα, επιλύοντας άπαξ δια παντός εκκρεμή ζητήματα κυριαρχίας επί συγκεκριμένων νησιών που βρίσκονται σήμερα υπό ιρανικό έλεγχο. Όμως, υπό τις παρούσες συνθήκες, τα Εμιράτα αρκούνται να δηλώνουν τις προθέσεις τους, αναμένοντας το πράσινο φως όχι μόνο των Αμερικανών, αλλά και των Σαουδαράβων.
Καταρινή αμηχανία
Ο άλλοτε αραβικός ιθύνων νους των ισορροπιών του Περσικού Κόλπου, αλλά και της Μέσης Ανατολής γενικότερα, η πολιτική ηγεσία του Κατάρ δεν μπορεί πλέον να κρύψε την αμηχανία της όταν καθημερινά ηχούν οι σειρήνες στην Ντόχα. Αναμφίβολα, η διαταγή εκκένωσης που εξέδωσε τις προηγούμενες μέρες το Ιράν για την λαμπερή καταρινή πρωτεύουσα – παρότι λίγο αργότερα αποσύρθηκε – σίγουρα θα μείνει στην Ιστορία του σημαντικού αυτού περιφερειακού παίκτη. Η αμηχανία που βιώνει η καταρινή εξωτερική πολιτική διαφαίνεται ξεκάθαρα άλλωστε, από την καθαρά αντι-ιρανική κάλυψη της ειδησεογραφίας εκ μέρους του Al Jazeera, που μάλλον αναζητεί να αναθεωρήσει το εγχειρίδιο της δημοσιογραφικής του δεοντολογίας, εάν κρίνουμε την πρότερη σημαντική πορεία του.
Το Κατάρ βρίσκεται σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σταυροδρόμι. Από αξιόπιστος κομιστής μηνυμάτων της Τεχεράνης, τώρα αναζητεί τον ρόλο που καλείται να διαδραματίσει. Ενώ μέχρι πρότινος καθόριζε ισορροπίες και θεωρείτο απαραίτητος προσκεκλημένος σε κάθε διαμεσολαβητική προσπάθεια επίλυσης ποικίλων εστιών έντασης, τώρα το Κατάρ καλείται να αφουγκραστεί ποιόν διαμεσολαβητικό παράγοντα να συμβουλευθεί για τα του οίκου του. Εφαρμόζοντας προς το παρόν μία τακτική συντήρησης δυνάμεων, η καταρινή διπλωματία δεν έχει άλλη επιλογή από το να ελπίζει πως οι ΗΠΑ της επιφυλάσσουν έναν νέο ρόλο γεφυροποιού.
Το Ιράκ λιβανοποιείται
Οι εξελίξεις της περασμένης εβδομάδας κατέδειξαν ξεκάθαρα ότι ο πιο αδύναμος κρίκος του Περσικού Κόλπου δεν είναι άλλος από το ομοσπονδιακό Ιράκ. Μία χώρα που δεν έχει καταφέρει να βρει τον ρυθμό της θεσμικά μετά την πτώση του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν και την αμερικανική επέλαση που επέφερε την πολυδιάσπαση της χώρας με πρόσχημα τον εκδημοκρατισμό της, η τρέχουσα αναδιάταξη ισορροπιών στην Μέση Ανατολή μεταφράζεται απλά ως ‘χαριστική βολή’.
Η πολιτική ηγεσία του αυτόνομου κουρδικού Βορείου Ιράκ δεν είναι σε θέση να αποτρέψει αυτό που συμβαίνει τις τρεις τελευταίες εβδομάδες. Συντεταγμένες ένοπλες κουρδικές ομάδες εγκαταστάθηκαν στην μεθόριο με το Βορειοδυτικό Ιράν, αναμένοντας την κοινή αμερικανοϊσραηλινή έγκριση να ενισχύσουν αντικαθεστωτικούς Κούρδους μειονοτικούς που τις περιμένουν στην ιρανική επικράτεια. Αυτή η σημαντική εξέλιξη επί του πεδίου μπορεί να ανατραπεί πρακτικά μόνο από την Τουρκία, η οποία όμως γνωρίζει πολύ καλά ότι χωρίς την ενθάρρυνση της Ουάσιγκτον, θα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Άλλωστε, προτιμά να διαφυλάττει τα τετελεσμένα που, εν τέλει, πέτυχε στη Συρία – τουλάχιστον προς το παρόν.
Όσο για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Βαγδάτης, έχει ήδη συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι σε θέση να θέσει υπό έλεγχο τις φιλοϊρανικές σιιτικές πολιτοφυλακές στις δυτικές επαρχίες της χώρας και στην πόλη Χαμπανίγια, οι οποίες έχουν αποφασίσει σε ποιο στρατόπεδο ανήκουν. Οι συντονισμένοι αμερικανικοί βομβαρδισμοί κατά των θέσεών τους τα περασμένα εικοσιτετράωρα σηματοδότησαν μία νέα εποχή για το κατακερματισμένο Ιράκ. Παράλληλα, ο ομοσπονδιακός ιρακινός στρατός δεν μπόρεσε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Χαμπανίγια, που παραμένει ένα από τα προπύργια των σιιτικών πολιτοφυλακών. Με αυτά τα δεδομένα, είναι επόμενο οι έντονες διαμαρτυρίες του ιρακινού Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Αμερικανό πρέσβη στην Βαγδάτη να μην έχουν καμία απολύτως πρακτική σημασία. Με βάση αυτές τις πρόσφατες εξελίξεις, το ενδεχόμενο λιβανοποίησης του Ιράκ δεν μπορεί πια να κρυφτεί.ντονες διαμαρτυρίες του ιρακινού Υπουργείου Εξωτερικών προς τον Αμερικανό πρέσβη στην Βαγδάτη να μην έχουν καμία απολύτως πρακτική σημασία. Με βάση αυτές τις πρόσφατες εξελίξεις, το ενδεχόμενο λιβανοποίησης του Ιράκ δεν μπορεί πια να κρυφτεί.