ALPHA της Κυριακής
Για πρώτη φορά στρέφει την προσοχή του στη Μέση Ανατολή με γνώμονα τις ενεργειακές του επιδιώξεις
Ενόσω γράφονται αυτές οι γραμμές, η Μέση Ανατολή ήδη έχει αρχίσει να μετρά τις μέρες διακοπής των εχθροπραξιών μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών μετά την υπογραφή της συμφωνίας έναρξης διαλόγου Τεχεράνης-Ουάσιγκτον, μία συμφωνία που φέρει την σφραγίδα της διαμεσολάβησης του Πακιστάν.
Ωστόσο, το κλίμα παραμένει ρευστό, καθώς η προσοχή όλων των περιφερειακών δρώντων είναι στραμμένη στα τεκταινόμενα στο μέτωπο Ισραήλ-Χεζμπολάχ στον Λίβανο, το οποίο, ανεξάρτητα από όσα είχαν (ή δεν είχαν) διαμειφθεί μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και διαμεσολαβητών, εν τέλει επί του πεδίου αποδεικνύεται πως δεν περιλαμβάνεται στο πλαίσιο της διευθέτησης η παύση των εχθροπραξιών και σε αυτήν την γωνιά του περιφερειακού πεδίου επιχειρήσεων. Η άρνηση του Ισραήλ να σταματήσει την καταπολέμηση της Χεζμπολάχ για χάρη μίας αμερικανοϊρανικής διευθέτησης, κατέστησε το μέτωπο του Λιβάνου ‘στρατηγικό βαρόμετρο’ των εξελίξεων. Με απλά λόγια: Εάν το Ιράν αποφασίσει να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα την μοίρα της Χεζμπολάχ (και όχι την δική του), τότε η πιθανότητα μίας διευθέτησης με την διακυβέρνηση Τραμπ εκμηδενίζεται. Αντιθέτως, εάν το ιρανικό καθεστώς θέσει σε πρώτη προτεραιότητα την δική του επιβίωση, τότε η Τεχεράνη θα αναγκαστεί να αφήσει την Χεζμπολάχ στη μοίρα της έναντι της ισραηλινής στρατιωτικής υπεροχής. Πρόκειται για ένα δίλημμα δύσκολο, που όμως, αργά ή γρήγορα η ιρανική ηγεσία (και συγκεκριμένα, οι Φρουροί της Επανάστασης) θα κληθούν να αντιμετωπίσουν. Είναι το δίλημμα που θα κρίνει την βιωσιμότητα της πρόσφατης συμφωνίας διαλόγου Ιράν-ΗΠΑ.
Ανεξάρτητα από αυτήν την παράμετρο, αυτό που ξεκάθαρα προέκυψε το τελευταίο επταήμερο είναι ότι αναδείχθηκε ένας νέος παίκτης στην περιφερειακή σκακιέρα, που κέρδισε τις εντυπώσεις. Πρόκειται για το Πακιστάν, που επί δεκαετίες είχε στραμμένο το ενδιαφέρον του στον μόνιμο ανταγωνισμό του με την Ινδία και στην προσπάθεια διαχείρισης των σχέσεών τους Ταλιμπάν στο ασταθές Αφγανιστάν. Από την άλλη, σε αντίθεση με τα προβληματικά σύνορα που μοιράζεται με Ινδία και Αφγανιστάν, στα δυτικά του σύνορα με το Ιράν έχει βρει «χρυσές ισορροπίες». Ισλαμαμπάντ και Τεχεράνη καταπραΰνουν, άλλοτε με μέτρα καταστολής και άλλοτε με τακτικές κατευνασμού, τις κατά καιρούς αυτονομιστικές τάσεις των Βελούχων, που κατοικούν στις δύο πλευρές της μεθορίου. Σύμφωνα με την πακιστανική θεώρηση, το Ιράν έχει αποδειχθεί ο μοναδικός συνεννοήσιμος γείτονας, που διαθέτει την ανεκτικότητα να μην εγείρει περαιτέρω απαιτήσεις. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι δύο αυτές σημαντικές χώρες έχουν ‘κτίσει’ τις σχέσεις τους κατά τέτοιον τρόπο ώστε, ούτε το Πακιστάν να αισθάνεται πως οφείλει να υπερασπιστεί το Ιράν έναντι των αντιπάλων του (αραβικές μοναρχίες, ΗΠΑ), ούτε το Ιράν να αισθάνεται την υποχρέωση να υπερασπιστεί το Πακιστάν έναντι της Ινδίας. Παράλληλα, Ιράν και Πακιστάν αντιμετωπίζουν το καθεστώς των Ταλιμπάν ως κάτι το εξαιρετικά ακραίο (και επομένως, εχθρικό), με αποτέλεσμα η αμοιβαία συνδρομή στη συλλογή πληροφοριών να ωφελεί τόσο το Ισλαμαμπάντ, όσο και την Τεχεράνη.
Από την άλλη, ως προς το ακανθώδες Παλαιστινιακό και τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τον ισραηλινό παράγοντα, το Πακιστάν, από την πρώτη μέρα της σύστασής του και θέλοντας να τονίσει την μουσουλμανική του φυσιογνωμία (έναντι της ινδουιστικής Ινδίας), δεν αναγνώρισε ποτέ το Ισραήλ. Αντιθέτως, το Ιράν, ενώ επί εποχής Σάχη οι σχέσεις με το Ισραήλ ήταν στρατηγικά αναγκαίες, με την επικράτηση της Ισλαμικής Επανάστασης το 1979 η ιρανική πολιτική ηγεσία διέκοψε κάθε σχέση με το Ισραήλ, με αποτέλεσμα να συμβαδίσει πλήρως με την αντι-ισραηλινή πακιστανική θεώρηση. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με το σημερινό καθεστώς της Τεχεράνης, το Πακιστάν ήταν αρκετά ευφυές (κυρίως λόγω της ειδικής του σχέσης με τις ΗΠΑ) να τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από τις εντάσεις της Μέσης Ανατολής. Γιατί, λοιπόν, το Πακιστάν αποφάσισε να αναμιχθεί τώρα στο μεσανατολικό κουβάρι, και μάλιστα σε μία τόσο εκρηκτική συγκυρία; Η απάντηση είναι μονολεκτική: Ινδία.
Η διακυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι μεταμόρφωσε την Ινδία σε μία χώρα εξωστρεφή, διεκδικητική και πρόθυμη να αναλάβει στρατηγικό περιφερειακό ρόλο, ο οποίος συνοψίζεται με το αρκτικόλεξο «IMEC», τον ενεργειακό διάδρομο που φιλοδοξεί να διασυνδέσει την Ινδία με τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω της Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου. Στον IMEC συμφώνησαν να συμμετέχουν τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Κύπρος και η Ελλάδα.
Από την άλλη, σύμφωνα με την θεώρηση του Πακιστάν, το εγχείρημα του IMEC εκλαμβάνεται ως ακόμα μία έκφανση του ινδικού επεκτατισμού, που προωθεί στρατηγικά, πολιτικά και ιδεολογικά ο Ναρέντρα Μόντι. Έτσι, το Πακιστάν, διανύοντας μια περίοδο αμυντικής προετοιμασίας, αναζητά περιφερειακούς εταίρους και οι παραδοσιακά στενές του σχέσεις με την Τουρκία θεωρούνται σημαντικό ‘σωσίβιο’ έναντι μελλοντικών ινδικών τετελεσμένων. Βλέποντας, μάλιστα, την διακυβέρνηση Μόντι να καλλιεργεί σχέσεις με φιλοδυτικές χώρες της Μέσης Ανατολής (ΗΑΕ, Σ.Αραβια, Ισραήλ), επιδιώκει διακαώς να δημιουργήσει έναν δικό του ‘φιλοπακιστανικό’ αντίποδα στην Μέση Ανατολή, που θα γίνει η στρατηγική του γέφυρα προς τις αγορές της Δύσης.
Το Κατάρ σε ύφεση – Το Πακιστάν σε άνοδο
Και η ευκαιρία ήρθε. Ύστερα από 25 χρόνια πρωταθλητισμού στην περιφερειακή διαμεσολάβηση, το φιλοδυτικό αραβικό πολυεργαλείο που ονομάζεται Κατάρ, δείχνει να χάνει τον έλεγχο. Μετά την εξουδετέρωση των ηγετών της Χαμάς, που είχαν καταστήσει έδρα τους την Ντόχα, οι πρόσφατες ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις κατέστησαν το Κατάρ εξαιρετικά ευάλωτο και από ικανός κομιστής μηνυμάτων μεταξύ Ιράν και Δύσης, το μέχρι πρότινος ‘ασφαλές’ εμιράτο υποβιβάστηκε σε ‘μέρος του προβλήματος’. Οι τελευταίες 40 μέρες πολέμου μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ ήταν αρκετές για την Ουάσιγκτον να βρει κάποιον άλλον ‘πιο ουδέτερο’ αντικαταστάτη/διαμεσολαβητή.
Πριν από ένα δεκαήμερο, το Πακιστάν έκανε το δικό του ντεμπούτο στην αρένα της διαμεσολάβησης. Φιλοξένησε στο Ισλαμαμπάντ τους υπουργούς εξωτερικών της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, σε μία προσπάθεια να πεισθεί ο ισχυρός άνδρας του Ριάντ, Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν, να μην μπει ενεργά στον πόλεμο κατά του Ιράν, παρά τις αμερικανικές συστάσεις. Τα άμεσα αποτελέσματα της συνάντησης εκείνης δεν ήταν εντυπωσιακά (παρότι μέχρι στιγμής η Σαουδική Αραβία συγκράτησε την ψυχραιμία της). Από την άλλη όμως, επ’ ευκαιρία εκείνης της συνάντησης, επικαιροποιήθηκε η εναλλακτική του IMEC, την οποία επιμένει να προωθεί πρωτίστως η Τουρκία: μία ενεργειακή οδός που θα αποκλείει την Ινδία, το Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα και αντ’αυτών θα μετέχουν το Πακιστάν, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, η Ιορδανία (ή το Ιράκ), η Συρία και η Τουρκία, καταλήγοντας στις ευρωπαϊκές αγορές. Και κάπως έτσι, το Πακιστάν επιδιώκει να εξασφαλίσει την δική του θέση στον χάρτη έναντι του απειλητικού ινδικού μεγαλοϊδεατισμού.
Η πακιστανική διαμεσολάβηση πέρασε με καλό βαθμό τις πρώτες της δοκιμαστικές εξετάσεις, συμβάλλοντας στη σύναψη της συμφωνίας Ιράν-ΗΠΑ για έναρξη διαλόγου με ορίζοντα τον τερματισμό του πολέμου και με άμεσο αποτέλεσμα μία εύθραυστη εκεχειρία, που ενδέχεται να συμπληρώσει 14 μέρες. Η διαφαινόμενη πρόθεση της διακυβέρνησης Τραμπ να απεμπλακεί το γρηγορότερο από ένα αδιέξοδο που η ίδια δημιούργησε, προσέδωσε στο Πακιστάν την ιδιότητα του αξιόπιστου κομιστή μηνυμάτων και προθέσεων. Παρότι η μακροημέρευση αυτής της ιδιότητας δεν είναι σίγουρη, δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι το Πακιστάν , μέχρι στιγμής τουλάχιστον, «έπαιξε καλά τα χαρτιά του».