Από τον Ομπάμα μέχρι τον Τραμπ το μέλλον είναι δυσοίωνο
Οι σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ περνούν βαθιά κρίση, και αυτό πλέον δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από δηλώσεις, χαμόγελα, θερμές χειραψίες και διαβεβαιώσεις.
Το πρώτο σοβαρό ρήγμα έχει τις ρίζες του από την διακυβέρνηση των Δημοκρατικών επί θητείας Ομπάμα, όχι μόνο με αφορμή τον μηχανισμό ελέγχου του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος που είχε τότε υιοθετηθεί. Στην ισραηλινή συλλογική μνήμη ποτέ δεν ξεχάστηκε μία λακωνική δήλωση του τότε Αντιπροέδρου, Τζον Κέρι, που εξέφρασε την άποψη πως περαιτέρω καθυστέρηση του Οδικού Χάρτη των Συμφωνιών του Όσλο, που μοιραία θα κατέληγε στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης και θα διέγραφε την προοπτική της λύσης των δύο κρατών, θα μετέτρεπε το Ισραήλ σε «κράτος Απάρτχαϊντ».
Δεν θα ήταν υπερβολικό να ειπωθεί ότι ο μέσος Ισραηλινός σήμερα αυτήν την δήλωση θυμάται από την διακυβέρνηση Ομπάμα, παρά το γεγονός ότι η ίδια διακυβέρνηση, λίγο πριν την λήξη της θητείας της, φάνηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη στην παροχή αμερικανικής τεχνογνωσίας προς τον ισραηλινό στρατό, που του έδωσε την δυνατότητα να εντοπίζει μέσω αεροφωτογραφιών τα τούνελ της Χαμάς στην Γάζα ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2010. Ο αρνητικός απόηχος, όμως, παρέμεινε, δημιουργώντας την αίσθηση στα ισραηλινά κέντρα λήψεως αποφάσεων ότι τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα. Ούτε ο άξονας Ισραήλ-Λευκού Οίκου. Και μπορεί όλα αυτά να ακούγονται σήμερα πολύ μακρινά – αλλά δεν είναι.
Η θητεία Μπάιντεν
Με το ξέσπασμα του πολέμου στις 7 Οκτωβρίου 2023, το γεγονός ότι στα ηνία των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονταν και πάλι οι Δημοκρατικοί – εκ των οποίων και πολλοί στενοί συνεργάτες της διακυβέρνησης Ομπάμα – ξύπνησε ξανά δυσάρεστες μνήμες στο Ισραήλ, οι οποίες είναι αλήθεια πως είχαν συνοδευθεί με μία τάση υπερβολής. Κάθε αμερικανική σύσταση για αυτοσυγκράτηση αυτόματα μεταφραζόταν από τους Ισραηλινούς είτε ως έλλειψη κατανόησης, είτε ως αυστηρή απαγόρευση. Και όταν στη συνέχεια δινόταν το αμερικανικό ‘πράσινο φως’ για επέκταση των επιχειρήσεων, εκλαμβανόταν ως το αποτέλεσμα μίας επίμονης προσπάθειας να ‘πεισθεί’ η Ουάσιγκτον τι σημαίνει η έννοια «δικαίωμα αυτοάμυνας» – ένα δικαίωμα που κάθε χώρα έχει δικαίωμα να ασκεί.
Και η συνέχεια είναι λίγο-πολύ γνωστή: Η αμοιβαία καχυποψία μεταξύ Ισραήλ και ΗΠΑ σε συνάρτηση με τις τραγικές εικόνες των αμάχων της Γάζας είχαν αρχίσει πια να προλέγουν ότι αυτός ο άξονας συμμαχίας, αργά η γρήγορα, θα κληθεί να καταλήξει σε έναν απολογισμό. Είτε πριν, είτε μετά την λήξη του πολέμου. Αλλά ο πόλεμος δεν σταμάτησε. Αντιθέτως, τα μέτωπα πολλαπλασιάστηκαν, με την διακυβέρνηση Μπάιντεν να αποδεικνύεται ολοένα και πιο αμήχανη έναντι όλων. Έναντι της αμερικανικής κοινής γνώμης, της διεθνούς κοινότητας, των φιλοδυτικών αραβικών χωρών, του Ιράν – και τέλος, έναντι του Ισραήλ, που δεν είχε ξεχάσει τον δυσάρεστο απόηχο της θητείας Ομπάμα.
Η θητεία Τραμπ
Στο Ισραήλ η επανεκλογή Τραμπ είχε θεωρηθεί καλό νέο. Οι σφοδρές του επικρίσεις προς την διακυβέρνηση Μπάιντεν για τον τρόπο με τον οποίον διαχειρίστηκε μία άνευ προηγουμένου μεσανατολική κρίση έδιναν την εντύπωση ότι οι «παλιές καλές μέρες» της πρώτης του θητείας θα αποτελούσαν λευκή επιταγή για ηχηρές στρατιωτικές ενέργειες που θα έκριναν το τελικό αποτέλεσμα του πολέμου. Ωστόσο, όταν διαπιστώθηκε ότι ο Μάικ Πομπέο και το περιβάλλον του δεν συγκαταλέγονταν πια στους στενούς συνεργάτες του Λευκού Οίκου, το ισραηλινό βαθύ κράτος άρχισε δειλά να εκφράζει τους πρώτους του προβληματισμούς. Το εξωθεσμικό δίδυμο Γουίτκοφ-Κούσνερ έδειχναν να δρουν βάσει κριτηρίων διαφορετικών από εκείνα που καθόριζαν την θεώρηση του βαθέως κράτους των ΗΠΑ.
Οι Ισραηλινοί ερμήνευσαν τις διαφορετικές συντεταγμένες που φαινόταν να επεξεργάζεται η δεύτερη θητεία Τραμπ, ως ένδειξη αμφισβήτησης των στέρεων βάσεων του στρατηγικού άξονα Ισραήλ-ΗΠΑ, που παρέμεναν λίγο-πολύ σταθερές από την μακρινή δεκαετία του 1950. Παράλληλα, η εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του ίδιου του Ντόναλντ Τραμπ και οι συνεχείς δημόσιες τοποθετήσεις του, τα αλλεπάλληλα τελεσίγραφα και οι παράλληλες κινήσεις που συχνά έδειχναν να μην συντονίζονται μεταξύ τους εκ μέρους του προεδρικού περιβάλλοντος, των διπλωματών, των στρατιωτικών και των εξωθεσμικών πρωτοβουλιών των Γουίτκοφ και Κούσνερ, εν τέλει στο Ισραήλ διαμόρφωσαν σταδιακά ένα ανάμικτο κλίμα καχυποψίας, μνησικακίας και αναμονής ότι «κάτι χειρότερο» πρόκειται να προκύψει στον δίαυλο επικοινωνίας με την παραδοσιακή προστάτιδα Ουάσιγκτον.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν αυτά τα δεδομένα, η δήλωση Νετανιάχου τον περασμένο Δεκέμβριο ότι εντός των επομένων δέκα ετών το Ισραήλ θα απεξαρτηθεί από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια δεν ήταν σχήμα λόγου. Τουναντίον. Προ δεκαημέρου συνεδρίασαν για πρώτη φορά μικτές αμερικανοϊσραηλινές επιτροπές κυβερνητικών και στρατιωτικών παραγόντων με στόχο το Ισραήλ να μετατραπεί από προνομιακός αποδέκτης αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας (που είναι τώρα) σε συμπαραγωγός οπλικών συστημάτων με τις ΗΠΑ. Πριν μερικά χρόνια, κανένας στο Ισραήλ δεν θα μπορούσε να διανοηθεί ότι αυτή η ‘αναδιάταξη’ της διμερούς αυτής στρατηγικής σχέσης θα γινόταν με ισραηλινή πρωτοβουλία. Κι όμως, αυτό συνέβη.
Η ισραηλινή μνησικακία έναντι του Λευκού Οίκου αυξάνεται καθημερινά, παράλληλα με τις διαρροές που προδίδουν το δυσάρεστο κλίμα των τηλεφωνικών επαφών Τραμπ-Νετανιάχου να επιβεβαιώνονται από τον ίδιο τον Αμερικανό Πρόεδρο. Πλέον, οι αναλυτές άφησαν στην άκρη τα παραδοσιακά μοντέλα ασφάλειας, που άλλοτε αποτελούσαν τα βασικά εργαλεία εκτίμησης και εξαγωγής συμπερασμάτων. Αντικαταστάθηκαν από αναρτήσεις της πλατφόρμας Χ. Ο Αμερικανός ΥΠΕΞ, Μάρκο Ρούμπιο, ένας από τους λίγους πια εκφραστές του βαθέως αμερικανικού κράτους στον Λευκό Οίκο, τηρεί εκκωφαντική σιωπή ενόψει της υπογραφής του πλαισίου διαπραγμάτευσης ΗΠΑ-Ιράν, που σαφώς μεταβάλει τις προτεραιότητες της στρατηγικής ατζέντας Ισραήλ-ΗΠΑ την επαύριον των γεγονότων της 7ης Οκτωβρίου.
Ο παράγοντας Ιράν
Η ισραηλινή ανάγνωση του σημερινού χάρτη είναι η εξής: Παρότι το Ιράν απογυμνώθηκε από αεράμυνα, δέχθηκε καίρια πλήγματα στις ενεργειακές και κρατικές υποδομές και η Τεχεράνη αποδείχθηκε μία πρωτεύουσα ανοχύρωτη έναντι των αμερικανοϊσραηλινών επιδρομών, εντούτοις η ευφυής ιρανική διαπραγματευτική τακτική πέτυχε να θέσει στο περιθώριο το ζήτημα του ελέγχου του πυρηνικού και βαλλιστικού προγράμματος της χώρας. Παρότι αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που ώθησε τις ΗΠΑ να συγκεντρώσουν δυνάμεις στην περιοχή), η βομβαρδισμένη Τεχεράνη κατάφερε να αναδείξει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ως τον καίριο καταλύτη, ικανό να διαμορφώσει μία ‘ρεαλιστική συνεννόηση’ με τον ορκισμένο της εχθρό, τις ΗΠΑ, από τις οποίες μάλιστα αναμένεται να εισπράξει πολεμικές αποζημιώσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς να υπολογίζονται τα ποσά που θα προκύψουν από τα ιρανικά κεφάλαια που πρόκειται να αποδεσμευθούν.
Ωστόσο, ο ισραηλινός εκνευρισμός δεν στρέφεται τόσο κατά του Ιράν και των – πράγματι αξιέπαινων – διαπραγματευτικών του δυνατοτήτων. Στρέφεται κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, από τις οποίες άλλα αναμένονταν.
Και η συνέχεια, έπεται.