Το κυριότερο πρόβλημα, είναι ότι εξασθένησαν τα μεταρρυθμιστικά αντανακλαστικά της χώρας
Τραπεζικός τομέας και δημόσια οικονομικά, ακολουθώντας ακριβώς αντίθετες στρατηγικές, κατάφεραν και οι δύο να στηρίζουν το αξιόχρεο της κυπριακής οικονομίας — γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από την πρόσφατη αξιολόγηση του οίκου Morningstar DBRS.
Σημείο μηδέν και για τους δύο πυλώνες υπήρξε αναμφίβολα ο Μάρτιος του 2013. Το κούρεμα καταθέσεων, η βίαιη σύμπτυξη τραπεζών και οι αναγκαστικές πωλήσεις ενεργητικού από τη μία, και το μνημόνιο που επέβαλε δραστικές περικοπές στις κρατικές δαπάνες από την άλλη, υποχρέωσαν ιδιωτικό και δημόσιο τομέα να ξεκινήσουν από την αρχή.
Για κάποια χρόνια, η διαδρομή τους υπήρξε παράλληλη. Όπως οι τράπεζες υποχρεώθηκαν να πουλήσουν μη βασικές δραστηριότητες και θυγατρικές στο εξωτερικό, έτσι και το κράτος προχώρησε στην ιδιωτικοποίηση των λιμανιών και στο «λουκέτο» σε ζημιογόνες κρατικές εταιρείες (όπως οι Κυπριακές Αερογραμμές). Ωστόσο, με την ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής, οι δύο πλευρές ακολούθησαν εντελώς διαφορετικές επιλογές.
Η οδός των σκληρών αποφάσεων για τις τράπεζες
Ο τραπεζικός τομέας επέλεξε —ή ακριβέστερα, υποχρεώθηκε— να αφήσει πίσω του τις εύκολες πρακτικές του παρελθόντος. Τα μηδενικά επιτόκια της προηγούμενης δεκαετίας, σε συνδυασμό με τους αυστηρούς ευρωπαϊκούς κανόνες για τη διακίνηση κεφαλαίων (ιδίως μετά την εκδίωξη των ρωσικών καταθέσεων), ανάγκασαν τις διοικήσεις σε δύσκολες οργανικές αποφάσεις.
Η πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) —που αν και απομάκρυνε το ρίσκο από τους τραπεζικούς ισολογισμούς, συχνά το μετατόπισε στην πραγματική οικονομία και τους servicers—, ο αποκλεισμός μη αξιόχρεων πελατών, τα γενναιόδωρα πακέτα εθελούσιας εξόδου, το μαζικό κλείσιμο υποκαταστημάτων και οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία αποτέλεσαν το βασικό εγχειρίδιο της αναδιάρθρωσης.
Σήμερα, ο τομέας προσφέρει αναβαθμισμένες ψηφιακές υπηρεσίες (που υπερέχουν αισθητά των αντίστοιχων κρατικών), καταγράφει ισχυρή οργανική κερδοφορία, διανέμει μερίσματα στους μετόχους και παρέχει πλήρη ασφάλεια στους καταθέτες. Η απότομη αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ τα τελευταία χρόνια λειτούργησε ως καταλύτης, μετατρέποντας τις τράπεζες σε ελκυστικούς επενδυτικούς προορισμούς και προσφέροντας υψηλές αποδόσεις σε όσους ρευστοποίησαν τις συμμετοχές τους.
Παράλληλα, οι τράπεζες στηρίζουν την ανάπτυξη και επιδεικνύουν αντοχές απορρόφησης κραδασμών (όπως π.χ. η διαχείριση αγροτικών χρεών μετά από φυσικές καταστροφές). Παρ’ όλα αυτά, η εικόνα τους στην κοινωνία παραμένει επιβαρυμένη, με τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Χριστόδουλο Πατσαλίδη, να κάνει λόγο για υπαρκτό «ρίσκο φήμης».
Η τακτική των εύκολων λύσεων για το Κράτος
Στον αντίποδα, το κράτος δεν είχε την «πολυτέλεια» της κοινωνικής δυσαρέσκειας, ούτε τη δυνατότητα να λάβει δραστικές αποφάσεις χωρίς πολιτική συναίνεση. Παράλληλα, απουσίαζε η απαραίτητη πίεση για την ταχεία υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και τον ουσιαστικό εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η πολιτεία επέλεξε να καλύψει τα χρηματοδοτικά της κενά αρχικά με το αμφιλεγόμενο πρόγραμμα των «χρυσών» διαβατηρίων. Όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε τον τερματισμό του, το ενδιαφέρον στράφηκε στα κίνητρα προσέλκυσης ξένων εταιρειών και μετεγκατάστασης των εδρών τους στην Κύπρο (πρόγραμμα headquartering).
Τα αυξημένα έσοδα από τις ξένες εταιρείες, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό που διόγκωσε τα έσοδα από τους φόρους κατανάλωσης και τα μέχρι πρότινος χαμηλά επιτόκια δανεισμού, πέτυχαν μεν τη σημαντική απομόχλευση του δημόσιου χρέους, έκτισαν όμως παράλληλα ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα που στήριξε μια αύξηση στις δημόσιες δαπάνες πέρα στα όρια των κανόνων της ΕΕ.
Το τίμημα της αναβολής των μεταρρυθμίσεων
Αυτές οι λύσεις αγόρασαν πολύτιμο χρόνο για την Κύπρο, επιτρέποντας την ομαλή μετάβαση χωρίς άμεση οικονομική πίεση. Ωστόσο, δεν έλυσαν το δομικό πρόβλημα παραγωγικότητας των εγχώριων επιχειρήσεων, οι οποίες υστερούν τόσο σε μισθολογικές απολαβές όσο και σε αποδόσεις.
Το κυριότερο, όμως, είναι ότι εξασθένησαν τα μεταρρυθμιστικά αντανακλαστικά της χώρας. Η εξάρτηση από τα συγκυριακά έσοδα και την παρουσία των ξένων εταιρειών καθιστά την κυπριακή οικονομία ακόμη πιο ευάλωτη στις διεθνείς αναταράξεις, αλλά και στις διαθέσεις πολυεθνικών ομίλων που ανά πάσα στιγμή μπορούν να μεταφέρουν εκ νέου την έδρα τους εκτός Κύπρου. Και οι οίκοι αξιολόγησης το ξέρουν…