«Ως κοινωνία έχουμε φτάσει στο σημείο να ρομαντικοποιούμε την ψυχική πίεση όταν αυτή συνοδεύεται από υψηλή επίδοση»
Σοκ σε όλο το πανελλήνιο και παγκύπριο προκάλεσε η τραγωδία στην Ηλιούπολη, μετά από κοινή απόφαση δύο 17χρονων κοριτσιών να δώσουν τέλος στη ζωή τους, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για το που μπορεί να οδηγήσει το άγχος των εξετάσεων. Με αφορμή την έναρξη των Παγκυπρίων εξετάσεων μίλησε στον «ALPHA της Κυριακής» ο Σχολικός Ψυχολόγος και ακαδημαϊκός, Γιώργος Πογιατζής, για το άγχος και την πίεση που βιώνουν οι έφηβοι σήμερα.
Σύμφωνα με τον κύριο Πογιατζή δεν είναι κάθε μορφή άγχους αρνητική ή παθολογική. Υπάρχει το φυσιολογικό και δημιουργικό άγχος, το οποίο λειτουργεί ως μηχανισμός κινητοποίησης, βοηθώντας τον νέο άνθρωπο να οργανωθεί, να συγκεντρωθεί και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας δύσκολης διαδικασίας.
Πότε αρχίζει το πρόβλημα
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πίεση ξεπερνά τις ψυχικές αντοχές του ατόμου και το άγχος μετατρέπεται σε κατάσταση εσωτερικής υπερφόρτωσης, όπου ο μαθητής δεν βιώνει απλώς φόβο αποτυχίας σε μια εξέταση, αλλά αισθάνεται ότι απειλείται η προσωπική του αξία, η εικόνα του απέναντι στους άλλους ή ακόμη και το ίδιο του το μέλλον.
Η αντιμετώπιση του άγχους κατά τον ίδιο, δεν μπορεί να περιστρέφεται σε συμβουλές τύπου «μην αγχώνεσαι» ή «διάβασε περισσότερο». Χρειάζεται μια συνολική κουλτούρα κατανόησης και στήριξης, όπου οι γονείς, οι κύριοι υπεύθυνοι παροχής φροντίδας τους, λειτουργούν ως πηγή ασφάλειας και όχι μόνο προσδοκιών, ενώ ιδανικά με τα σχολεία να ενισχύουν την ψυχοεκπαίδευση και τη συναισθηματική ανθεκτικότητα τους οι ίδιοι οι μαθητές θα μαθαίνουν ότι η αξία τους δεν καθορίζεται αποκλειστικά από μια επίδοση ή έναν βαθμό.
«Εμπειρικά, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα της εποχής μας, είναι ότι έχουμε μάθει στα παιδιά μας να φοβούνται την αποτυχία, ενώ δεν τους έχουμε μάθει να διαχειρίζονται την πίεση, την αβεβαιότητα και τη ματαίωση που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής, της ίδιας μας της εξέλιξης και ανάπτυξης».
Άγχος, δίκοπο μαχαίρι
Το άγχος των μαθητών μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως μηχανισμός εξέλιξης όσο και ως παράγοντας ψυχικής απορρύθμισης, ανάλογα με την ένταση, τη διάρκεια και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται από το ίδιο το παιδί.
Σε ένα φυσιολογικό επίπεδο, το άγχος αποτελεί μια ανθρώπινη και αναμενόμενη αντίδραση απέναντι σε μια απαιτητική συνθήκη, όπως είναι οι εξετάσεις.
Το άγχος όμως αρχίζει να λειτουργεί εναντίον των μαθητών όταν παύει να είναι διαχειρίσιμο και μετατρέπεται σε (μόνιμη ή και συνεχόμενη) κατάσταση ψυχικής πίεσης και εσωτερικής απειλής. Όταν δηλαδή το παιδί δεν φοβάται απλώς ότι μπορεί να μην πετύχει σε μια εξέταση, αλλά βιώνει μια πιθανή αποτυχία ως να ακυρώνεται η αξία του, να απογοητεύει τους γονείς του ή κάτι παρεμφερές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το άγχος δεν κινητοποιεί αλλά παραλύει. Επηρεάζει τη συγκέντρωση, τη μνήμη, τον ύπνο, τη (συναισθηματική) σταθερότητα και πολλές φορές οδηγεί το παιδί σε απομόνωση, εξουθένωση ή βαθιά αίσθηση ματαίωσης.
«Άριστοι» μαθητές και πίεση
Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο κύριος Πογιατζής, οι άριστοι μαθητές βιώνουν έντονη ψυχολογική πίεση κατά τη διάρκεια των εξετάσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άριστοι μαθητές αγχώνονται περισσότερο από τους υπόλοιπους μαθητές. «Το άγχος της επίτευξης, της αποτυχίας, της απόρριψης ή της αβεβαιότητας δεν αφορά μόνο τους -άριστους- αλλά όλους τους ανθρώπους που καλούνται να τοποθετήσουν τον εαυτό τους απέναντι σε μια απαιτητική διαδικασία». Υπογράμμισε ότι ένας μαθητής με χαμηλότερες επιδόσεις μπορεί να βιώνει εξίσου έντονο ή ακόμη και μεγαλύτερο άγχος, ακριβώς επειδή αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί, ότι δεν θα τα καταφέρει ή ότι έχει ήδη απογοητεύσει το περιβάλλον του. Το άγχος ποτέ δεν κατανέμεται «αριθμητικά» με βάση την επίδοση και δεν είναι «προνόμιο» αποκλειστικότητας κανενός !
Το βαθύτερο πρόβλημα, όπως εξήγησε ο κύριος Πογιατζής, βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο έχουμε κοινωνικά κατασκευάσει την έννοια της αριστείας. «Η αριστεία σήμερα ορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στους αριθμούς. Ένας βαθμός, μια θέση επιτυχίας, ένας μέσος όρος ή μια διάκριση μετατρέπονται σταδιακά στο βασικό κριτήριο αξιολόγησης του ίδιου του ανθρώπου. Το αποτέλεσμα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από το πρόσωπο. Έτσι, χάνεται η πολυπλοκότητα του παιδιού πίσω από την εικόνα της επίδοσης. Δεν μας απασχολεί ουσιαστικά αν κοιμάται σωστά, αν αισθάνεται ψυχικά ασφαλές, αν έχει χρόνο για ζωή, αν καταρρέει εσωτερικά ή αν λειτουργεί μέσα από διαρκή φόβο απώλειας της εικόνας που έχει δημιουργηθεί γύρω του εάν συνεχίζει να αποδίδει».
Το πιο ανησυχητικό όπως ο κύριος Πογιατζής δήλωσε είναι ότι «ως κοινωνία έχουμε φτάσει στο σημείο να ρομαντικοποιούμε την ψυχική πίεση όταν αυτή συνοδεύεται από υψηλή επίδοση». Τόνισε ότι, αν ένα παιδί κοιμάται ελάχιστα γιατί διαβάζει, απομονώνεται κοινωνικά γιατί διαβάζει, φοβάται διαρκώς την αποτυχία γιατί «είναι (μόνο) του είκοσι» ή βιώνει την εξάντληση ως καθημερινότητα αφού διαβάζει συνέχεια, πολλές φορές αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως προειδοποιητικό σημάδι αλλά ως ένδειξη «σοβαρότητας», «φιλοδοξίας», «ωριμότητας» ή «πειθαρχίας.
«Δεν είναι υγιές ένα παιδί να αισθάνεται ότι έχει αξία μόνο όταν αποδίδει.
Δεν είναι υγιές να συγχέουμε τη ψυχική φθορά με την ωριμότητα ή την επιτυχία.
Δεν είναι υγιές να μεγαλώνουμε νέους ανθρώπους που φοβούνται περισσότερο την αποτυχία, ενώ υπάρχει απουσία γνώσης διαχείρισης της ματαίωσης, της αβεβαιότητας και των φυσιολογικών ορίων της ανθρώπινης αντοχής».
Σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούν γονείς και καθηγητές
Οι περισσότεροι έφηβοι δεν εκφράζουν την πίεση, το άγχος ή την εσωτερική τους δυσκολία με άμεσο τρόπο.
Ο κύριος Πογιατζής εξήγησε ότι εκφράζουν το άγχος μέσα από αλλαγές στη συμπεριφορά, στη διάθεση, στον τρόπο που σχετίζονται με τον εαυτό τους και τους άλλους. Ένα παιδί μπορεί να συνεχίζει να γράφει καλά, να πηγαίνει κανονικά σχολείο, να φαίνεται «λειτουργικό» και ταυτόχρονα να βιώνει έντονη ψυχική πίεση, εξάντληση ή αίσθηση εσωτερικής κατάρρευσης.
Σημάδια που χρειάζονται προσοχή είναι η κοινωνική απόσυρση, οι έντονες αλλαγές διάθεσης, η μόνιμη ευερεθιστότητα, η απώλεια ενδιαφέροντος για πράγματα που παλαιότερα ευχαριστούσαν το παιδί, οι διαταραχές ύπνου ή διατροφής, η συνεχής κόπωση, αλλά και εκφράσεις βαθιάς ματαίωσης όπως «δεν αντέχω άλλο», «δεν αξίζω», «δεν έχει νόημα» ή «αν αποτύχω τελείωσα». Αυτές οι φράσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως απλά «δραματοποιήσεις της εφηβείας» αλλά πιθανές ενδείξεις ότι το παιδί δυσκολεύεται περισσότερο απ’ όσο μπορεί να διαχειριστεί.
Ταυτόχρονα, επισήμανε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και σε παιδιά που δεν εκφράζουν τη δυσκολία τους μέσα από αποδιοργάνωση αλλά μέσα από υπερλειτουργικότητα.
«Αν δεν περάσεις στη σχολή, τελειώνει η ζωή σου»
Αυτή η νοοτροπία πολλές περιπτώσεις λειτουργεί βαθιά ψυχοτραυματικά, όταν ένας έφηβος μεγαλώνει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου μια εξεταστική διαδικασία παρουσιάζεται ως η απόλυτη και μοναδική ευκαιρία επιτυχίας, τότε σταδιακά αρχίζει να βιώνει την αποτυχία όχι ως μια φυσιολογική ανθρώπινη εμπειρία αλλά ως προσωπική ακύρωση. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι εξετάσεις. Το πρόβλημα είναι το ψυχολογικό νόημα που φορτώνουμε πάνω τους. Ένα παιδί δε φοβάται απλώς μήπως δεν περάσει σε μια σχολή. Φοβάται μήπως απογοητεύσει τους γονείς του, μήπως χάσει την αποδοχή, μήπως θεωρηθεί «λίγο», «ανεπαρκές» ή «αποτυχημένο». Και όταν ένας νέος άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει ότι η αξία, το μέλλον και η θέση του στον κόσμο εξαρτώνται αποκλειστικά από ένα αποτέλεσμα, τότε το άγχος παύει να είναι κινητοποιητικό και μετατρέπεται σε υπαρξιακή απειλή. Αυτό δημιουργεί παιδιά που δεν μαθαίνουν να αναπτύσσονται μέσα από τις δυσκολίες αλλά να τρομοκρατούνται απέναντι στην πιθανότητα της αποτυχίας.
Ο κ. Πογιατζής υπογράμμισε ότι η αποτυχία δεν είναι το τέλος της ζωής αλλά μέρος της ζωής, της εξέλιξης και της ωρίμανσης. Ωστόσο όταν μεγαλώνουμε παιδιά χωρίς ψυχικά εργαλεία διαχείρισης της ματαίωσης, της αβεβαιότητας και της επαναπροσπάθειας, τότε οποιαδήποτε αποτυχία βιώνεται καταστροφικά. Και «εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη των ενηλίκων». Όχι απλώς να προετοιμάσουν τα παιδιά για να περάσουν εξετάσεις, αλλά να τα προετοιμάσουν ψυχικά ώστε να μπορούν να αντέξουν τη ζωή ακόμη και όταν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως τα είχαν φανταστεί.
Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς
Ο κ. Πογιατζής κάλεσε τους γονείς να μην λειτουργούν ως διαχειριστές της επίδοσης τους, είναι σημαντικό να παραμένουν πηγή (ψυχικής) ασφάλειας για τα παιδιά.
Αυτό που χρειάζονται είναι ένα περιβάλλον που να μειώνει την αίσθηση απειλής και όχι να την ενισχύει. Πρακτικά, αυτό σημαίνει λιγότερες φράσεις όπως «πρόσεξε γιατί τώρα κρίνεται το μέλλον σου», «μην χαλαρώνεις τώρα» ή «κάνε αυτή τη θυσία και μετά θα ξεκουραστείς». Ακόμη και αν λέγονται με καλή πρόθεση, τέτοιες εκφράσεις ενισχύουν την αίσθηση ότι η ζωή του παιδιού έχει προσωρινά μετατραπεί σε μια κατάσταση διαρκούς αξιολόγησης. Αντίθετα, βοηθητικό είναι ο γονέας να επαναφέρει στοιχεία φυσιολογικότητας μέσα στην καθημερινότητα. Ένα ήρεμο γεύμα χωρίς συνεχείς ερωτήσεις για το διάβασμα ή την «απουσία» αυτού, μια μικρή βόλτα χωρίς συζήτηση για εξετάσεις, ένα σταθερό και ήρεμο κλίμα στο σπίτι, ακόμη και η αποφυγή έντασης μεταξύ των ίδιων των γονέων, λειτουργούν πολύ πιο υποστηρικτικά απ’ όσο συχνά αντιλαμβανόμαστε. «Πολλές φορές η ψυχική στήριξη δεν βρίσκεται σε μεγάλες συμβουλές αλλά στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου το παιδί δεν αισθάνεται ότι εξετάζεται συνεχώς ακόμη και μέσα στο ίδιο του το σπίτι».
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό οι γονείς να προσέξουν και κάτι πιο λεπτό αλλά βαθιά καθοριστικό. Να μη μεταφέρουν στα παιδιά το δικό τους άγχος μεταμφιεσμένο ως «ενδιαφέρον». Ο έφηβος αντιλαμβάνεται πολύ εύκολα πότε ο γονέας αγωνιά περισσότερο για το αποτέλεσμα παρά για την ψυχική του κατάσταση. Για παράδειγμα, όταν η πρώτη ερώτηση καθημερινά είναι «πόσες ώρες διάβασες», «έλυσες όλα τα διαγωνίσματα», «τι έγραψαν οι άλλοι» ή «πόση ύλη κάλυψες», τότε το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η σχέση του με τους σημαντικούς άλλους αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την απόδοσή του. Αντίθετα, ερωτήσεις όπως «πώς νιώθεις σήμερα», «σε πιέζει κάτι ιδιαίτερα», «υπάρχει κάτι που θα σε βοηθούσε πρακτικά αυτές τις μέρες» ή ακόμη και το να προσφερθεί ο γονέας να βοηθήσει σε μικρές καθημερινές ανάγκες χωρίς έλεγχο ή υπενθύμιση, μειώνουν σημαντικά την ψυχική επιβάρυνση. Εξαιρετικά σημαντικό εκτίμα πως είναι να επιτρέψουν στο παιδί μικρές στιγμές ξεκούρασης χωρίς να το κάνουν να αισθάνεται ενοχές.
Και ίσως το πιο ουσιαστικό από όλα είναι «να θυμίζουμε μέσα από τις συμπεριφορές μας, όχι μόνο με τα λόγια μας, ότι οι εξετάσεις είναι μια σημαντική διαδικασία αλλά όχι μια διαδικασία που καθορίζει απόλυτα και ολοκληρωτικά την αξία, την ταυτότητα ή το μέλλον ενός ανθρώπου». Είναι σημαντικό να υπερτονιστεί ότι δεν σημαίνει να μειώσουμε ή να υποτιμήσουμε τη σημασία της προσπάθειας αλλά να την αποσυνδέσουμε από την αγάπη, την αποδοχή και την ανθρώπινη αξία τους από το όποιο αποτέλεσμα έρθει. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο θα βιώσει ψυχικά ένας έφηβος αυτή την περίοδο δεν εξαρτάται από τις «εξετάσεις» αλλά και από το αν αισθάνεται ότι ακόμη και αν αποτύχει, παραμένει ασφαλής, αποδεκτός και σημαντικός μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον. Και αυτή είναι ίσως η πιο προστατευτική ψυχολογική συνθήκη που μπορεί να του προσφέρει ένας γονέας.
Ο κ. Πογιατζής συμβουλεύει τους μαθητές να θυμούνται ότι οι εξετάσεις είναι σημαντικές, αλλά δεν είναι η ζωή ολόκληρη.
«Προσπαθήστε όσο μπορείτε, με ευθύνη και σοβαρότητα, αλλά χωρίς να χάνετε τον εαυτό σας μέσα στη διαδικασία. Μην αφήσετε έναν -αριθμό-, ένα βαθμό, ένα γραπτό ή ένα αποτέλεσμα να σας πείσει ότι καθορίζει την αξία σας ως ανθρώπους. Θα υπάρξουν επιτυχίες, αποτυχίες, ανατροπές, δεύτερες ευκαιρίες και δρόμοι που σήμερα ούτε καν φαντάζεστε! Ξεκουραστείτε όταν το χρειάζεστε, ζητήστε βοήθεια όταν πιέζεστε και θυμηθείτε πως εκτός από -μαθητές-, -υποψήφιοι εισαγωγικών-, -τελειόφοιτοι-, είστε άνθρωποι. Η αξία ενός ανθρώπου δεν μπορεί ποτέ να χωρέσει σε ένα αποτέλεσμα εξετάσεων».