Βόμβες, ξυλοδαρμοί και απειλές έχουν γίνει κανονικότητα
Σε κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα στην Κύπρο –από τα μεγάλα γήπεδα μέχρι τα μικρά κλειστά του φούτσαλ– υπάρχει μια φράση που ακούγεται σχεδόν μηχανικά: «σφύρα καλά». Είναι η μόνιμη υπενθύμιση προς τον διαιτητή ότι τα μάτια όλων είναι στραμμένα πάνω του. Όμως, πολλές φορές η ένταση δε μένει στις φωνές της κερκίδας. Το πρόσφατο περιστατικό με τοποθέτηση βόμβας σε επιχείρηση διαιτητή φούτσαλ ήρθε να υπενθυμίσει ότι στην Κύπρο η διαιτησία δεν είναι απλώς μια δύσκολη δουλειά. Μπορεί να γίνει επικίνδυνη.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Η κυπριακή ποδοσφαιρική ιστορία είναι γεμάτη από περιστατικά βίας κατά διαιτητών: επιθέσεις μετά από αγώνες, ξυλοδαρμοί σε χώρους στάθμευσης, απειλές κατά οικογενειών, ακόμα και εκρηκτικοί μηχανισμοί σε αυτοκίνητα ή επιχειρήσεις. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι δράστες δεν περιορίζονται σε αυθόρμητες αντιδράσεις οπαδών. Υπάρχουν καταγγελίες για οργανωμένες ενέργειες από ομάδες οπαδών ή ακόμα και κυκλώματα που προσπαθούν να επηρεάσουν τη διαιτησία μέσω φόβου.
Έτσι δημιουργείται μια επικίνδυνη «κανονικότητα». Ο διαιτητής μπαίνει στο γήπεδο γνωρίζοντας ότι μια απόφαση μπορεί να προκαλέσει όχι μόνο οργή, αλλά και πραγματικό κίνδυνο. Και αυτό δεν είναι υπερβολή. Για πολλούς διαιτητές, η καθημερινότητα περιλαμβάνει σκέψεις που δε θα έπρεπε να απασχολούν έναν αθλητικό λειτουργό: «Θα με περιμένουν έξω από το γήπεδο;», «Θα βρω το αυτοκίνητό μου άθικτο;», «Μήπως στοχοποιηθεί η οικογένειά μου;».
Η ψυχολογία του διαιτητή είναι ίσως το λιγότερο συζητημένο κομμάτι του προβλήματος. Ο διαιτητής καλείται να πάρει δεκάδες αποφάσεις μέσα σε δευτερόλεπτα, υπό την πίεση χιλιάδων θεατών, ποδοσφαιριστών και παραγόντων. Κάθε απόφαση ερμηνεύεται μέσα από το πρίσμα της ομάδας που υποστηρίζει ο καθένας. Ένα πέναλτι για τη μία ομάδα είναι «καθαρό», για την άλλη είναι «σκάνδαλο».
Σε αυτό το περιβάλλον, ο διαιτητής πρέπει να διατηρήσει απόλυτη συγκέντρωση και ψυχραιμία. Είναι μόνος του –ακόμα και με τους βοηθούς και το VAR– απέναντι σε ένα γήπεδο γεμάτο ένταση. Το ανθρώπινο λάθος είναι αναπόφευκτο. Όμως στην Κύπρο το λάθος συχνά αντιμετωπίζεται όχι ως μέρος του παιχνιδιού, αλλά ως προδοσία.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη καχυποψία της κοινωνίας: είναι τελικά «στημένοι» οι διαιτητές; Η απάντηση δεν είναι απλή. Σε πολλές χώρες έχουν αποκαλυφθεί σκάνδαλα χειραγώγησης αγώνων, και αυτό έχει τραυματίσει την εμπιστοσύνη των φιλάθλων παντού. Όμως η γενίκευση είναι επικίνδυνη. Η συντριπτική πλειονότητα των διαιτητών δεν είναι επαγγελματίες με μεγάλα οικονομικά οφέλη. Πρόκειται για ανθρώπους που συχνά έχουν άλλη δουλειά και αφιερώνουν χρόνο και ενέργεια για να υπηρετήσουν το άθλημα.
Αυτό δε σημαίνει ότι η διαιτησία δεν κάνει λάθη ή ότι δεν υπάρχουν προβλήματα. Υπάρχουν αγώνες όπου κακές αποφάσεις προκαλούν δικαιολογημένα παράπονα. Όμως άλλο η κριτική και άλλο η στοχοποίηση. Όταν η συζήτηση μετατρέπεται σε κατηγορίες για «συνωμοσίες» χωρίς αποδείξεις, δημιουργείται ένα κλίμα που τροφοδοτεί τη βία.
Ο διαιτητής συχνά μετατρέπεται στον αποδιοπομπαίο τράγο ενός συστήματος με πολλές παθογένειες. Όταν μια ομάδα χάνει, είναι πιο εύκολο να κατηγορηθεί ο διαιτητής παρά να γίνει αυτοκριτική για λάθη στον αγωνιστικό σχεδιασμό, στις μεταγραφές ή στην απόδοση των παικτών.Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: καχυποψία, πίεση, λάθη, περισσότερη καχυποψία. Και στο τέλος, σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις, βία.
Πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο κύκλος; Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις βασικοί δρόμοι. Πρώτον, θεσμική προστασία των διαιτητών. Οι αρχές και οι αθλητικές ομοσπονδίες πρέπει να αντιμετωπίζουν τα περιστατικά βίας με μηδενική ανοχή. Όταν ένας διαιτητής δέχεται επίθεση ή απειλές, οι έρευνες πρέπει να είναι άμεσες και οι ποινές αυστηρές. Η αίσθηση ατιμωρησίας είναι αυτή που ενθαρρύνει την επανάληψη τέτοιων φαινομένων.
Δεύτερον, μεγαλύτερη διαφάνεια στη διαιτησία. Η δημοσιοποίηση των αξιολογήσεων των διαιτητών, η καλύτερη εκπαίδευση και η αξιοποίηση της τεχνολογίας μπορούν να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη. Όταν οι φίλαθλοι κατανοούν γιατί πάρθηκε μια απόφαση, μειώνεται το περιθώριο για θεωρίες συνωμοσίας.
Τρίτον, αλλαγή κουλτούρας στο ποδόσφαιρο. Οι παράγοντες, οι προπονητές και τα μέσα ενημέρωσης έχουν τεράστια ευθύνη. Όταν μετά από κάθε αγώνα η συζήτηση περιστρέφεται μόνο γύρω από τη διαιτησία, η ένταση μεταφέρεται αυτόματα και στους οπαδούς. Η κριτική είναι θεμιτή, αλλά η δαιμονοποίηση του επονομαζόμενου και άρχοντα της αναμέτρησης, δημιουργεί κλίμα που εύκολα ξεφεύγει από τον έλεγχο.
Το ποδόσφαιρο χωρίς διαιτητές δεν μπορεί να υπάρξει. Και όμως, στην Κύπρο –όπως και σε άλλες χώρες με έντονη ποδοσφαιρική κουλτούρα– οι άνθρωποι που κρατούν τη σφυρίχτρα συχνά βρίσκονται στο επίκεντρο της οργής. Η πραγματικότητα είναι απλή: ένας διαιτητής μπορεί να κάνει λάθος, αλλά δεν πρέπει ποτέ να φοβάται για την ασφάλειά του.
Αν το ποδόσφαιρο θέλει να παραμείνει γιορτή και όχι πεδίο εκφοβισμού, τότε η προστασία της διαιτησίας δεν είναι απλώς θέμα δικαιοσύνης. Είναι ζήτημα πολιτισμού και επιβίωσης του ίδιου του αθλήματος. Σε διαφορετική περίπτωση θα ζούμε μια ποδοσφαιρική ζούγκλα.