Η Ελλάδα παράγει αστέρια. Η Κύπρος θα ακολουθήσει ή θα μείνει θεατής;
Πριν από λίγα χρόνια, αν κάποιος υποστήριζε ότι Έλληνες ποδοσφαιριστές θα απασχολούσαν τις μεγαλύτερες ομάδες της Ευρώπης, πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία. Για δεκαετίες, το ελληνικό ποδόσφαιρο χαρακτηριζόταν από έλλειψη παραγωγής ταλέντων, περιορισμένες ευκαιρίες για τους νεαρούς ποδοσφαιριστές και εξάρτηση από ξένους. Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά.
Ο Χρήστος Τζόλης πήγε σε ένα κορυφαίο σύλλογο όπως η πρωταθλήτρια της Πρέμιερ Λίγκ, η Άρσεναλ. O Kωνσταντής Τζολάκης έγινε η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία της Χάλ. Ο Βαγγέλης Παυλίδης συγκαταλέγεται στους πιο περιζήτητους επιθετικούς της Ευρώπης, με ομάδες όπως η Μπαρτσελόνα να παρακολουθούν στενά την περίπτωσή του και την Μπενφίκα να τον κοστολογεί 70 εκατομμύρια ευρώ ! Ο Γιάννης Κωνσταντέλιας θεωρείται ένα από τα πιο ξεχωριστά δημιουργικά χαφ της γενιάς του με τα ραντάρ κορυφαίων κλαμπ να τον παρακολουθούν, ενώ ο Κωνσταντίνος Καρέτσας έχει ήδη γίνει Βεστφαλός με τη Ντόρτμουντ να βγάζει 33 εκατομμύρια από τα ταμεία της. Την ίδια ώρα, Κουλιεράκης, Τζίμας, Μουζακίτης, Κωστούλας, Δουβίκας και αρκετοί ακόμη αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα δεν αναδεικνύει απλώς μια καλή φουρνιά ποδοσφαιριστών. Δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα. Και αυτή η πραγματικότητα δεν είναι προϊόν τύχης.
Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το ελληνικό ποδόσφαιρο λειτουργεί με προοπτική. Οι μεγάλες ομάδες επένδυσαν ουσιαστικά στις ακαδημίες τους. Δημιούργησαν καλύτερες εγκαταστάσεις, αναβάθμισαν την εκπαίδευση των προπονητών, αξιοποίησαν την επιστήμη του αθλητισμού και έδωσαν στα παιδιά ένα περιβάλλον που τα βοηθά να εξελιχθούν. Το πιο σημαντικό, όμως, ήταν η αλλαγή νοοτροπίας.
Οι ελληνικοί σύλλογοι κατάλαβαν ότι ο νεαρός ποδοσφαιριστής δεν είναι απλώς μια εφεδρική λύση. Είναι επένδυση. Είναι το μεγαλύτερο περιουσιακό στοιχείο ενός συλλόγου. Οι πωλήσεις παικτών με μεγάλα ποσά αποφέρουν έσοδα, αυξάνουν την αξία του συλλόγου και δημιουργούν τα κεφάλαια για την επόμενη γενιά. Έτσι δημιουργείται ένας υγιής κύκλος ανάπτυξης. Η οικονομική κρίση, όσο σκληρή κι αν ήταν για το ελληνικό ποδόσφαιρο, λειτούργησε τελικά ως καταλύτης. Οι ομάδες δεν μπορούσαν πλέον να αγοράζουν ακριβά έτοιμους ποδοσφαιριστές και αναγκάστηκαν να κοιτάξουν μέσα στα «σπλάχνα» τους. Εκεί ανακάλυψαν κάτι που ίσως είχαν ξεχάσει: το ελληνικό ταλέντο υπήρχε πάντα. Εκείνο που έλειπε ήταν η εμπιστοσύνη. Επίσης τα ελληνόπουλα της κρίσης και των μνημονίων, που γεννήθηκαν ή μεγάλωσαν στο εξωτερικό βρήκαν καλύτερες συνθήκες για να αναπτύξουν το ταλέντο τους.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η συνεχής παρουσία Ελλήνων στα κορυφαία ευρωπαϊκά πρωταθλήματα. Όσο περισσότεροι ποδοσφαιριστές πετυχαίνουν στο εξωτερικό, τόσο περισσότερο ανοίγει η αγορά για όσους ακολουθούν. Οι σκάουτερ γνωρίζουν πλέον ότι στην Ελλάδα μπορούν να βρουν ποιοτικούς, καλά εκπαιδευμένους και ανταγωνιστικούς ποδοσφαιριστές. Η επιτυχία, άλλωστε, είναι μεταδοτική. Όταν ένα παιδί βλέπει τον Τζόλη, τον Παυλίδη ή τον Κωνσταντέλια να διακρίνονται απέναντι στους κορυφαίους, αποκτά πίστη ότι μπορεί και το ίδιο να φτάσει εκεί. Τα πρότυπα γεννούν όνειρα και τα όνειρα, όταν συνοδεύονται από σωστή δουλειά, μετατρέπονται σε πραγματικότητα.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, αφορά την Κύπρο. Μπορεί να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ναι. Αρκεί να αποφασίσει ότι θέλει πραγματικά να το κάνει. Η Κύπρος διαθέτει ταλέντο. Αυτό που της λείπει είναι η συνέχεια, η υπομονή και η στρατηγική. Πολύ συχνά οι ομάδες προτιμούν την άμεση λύση μιας μεταγραφής από το να επενδύσουν σε έναν 18χρονο ή 19χρονο Κύπριο ποδοσφαιριστή. Όμως, χωρίς ουσιαστικό χρόνο συμμετοχής, κανένα ταλέντο δεν μπορεί να εξελιχθεί.
Οι ακαδημίες χρειάζονται ακόμη μεγαλύτερη αναβάθμιση. Η εκπαίδευση των προπονητών, η αθλητική επιστήμη, η ψυχολογική υποστήριξη, η ατομική βελτίωση και η συνεργασία με τα σχολεία πρέπει να αποτελέσουν βασικούς άξονες μιας εθνικής στρατηγικής ανάπτυξης. Και εδώ έρχεται το πιο δυνατό παράδειγμα.
Η Ισλανδία.
Μια χώρα με πληθυσμό περίπου 400.000 κατοίκων, σχεδόν τρεις φορές μικρότερο από αυτόν της Κύπρου, κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να βρεθεί στην ελίτ του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Συμμετείχε σε Euro και Παγκόσμιο Κύπελλο, ανέδειξε ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στα κορυφαία πρωταθλήματα και έγινε αντικείμενο μελέτης σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Πώς τα κατάφερε;
Όχι επειδή είχε περισσότερο ταλέντο.
Επειδή είχε καλύτερο σχέδιο.
Επένδυσε σε γήπεδα, ακόμη και κλειστά λόγω των δύσκολων καιρικών συνθηκών. Εκπαίδευσε εκατοντάδες προπονητές υψηλού επιπέδου. Δημιούργησε ενιαία φιλοσοφία ανάπτυξης για όλες τις ηλικίες. Έβαλε το παιδί στο επίκεντρο και όχι το αποτέλεσμα του επόμενου Σαββατοκύριακου.
Αυτό ακριβώς χρειάζεται και η Κύπρος.
Ένα εθνικό πλάνο δεκαετίας. Με συνεργασία Ομοσπονδίας, συλλόγων, Πολιτείας και ακαδημιών. Με κίνητρα για τη χρησιμοποίηση Κύπριων ποδοσφαιριστών. Με επένδυση στην εκπαίδευση και όχι μόνο στις μεταγραφές. Με πίστη ότι ο επόμενος μεγάλος ποδοσφαιριστής μπορεί να βρίσκεται σήμερα σε κάποιο μικρό γήπεδο της Λευκωσίας, της Λεμεσού, της Λάρνακας ή της Πάφου.
Η επιτυχία της Ελλάδας δεν πρέπει να προκαλεί μόνο θαυμασμό στην Κύπρο. Πρέπει να λειτουργήσει ως έμπνευση και ως οδηγός.
Γιατί η απόσταση ανάμεσα στις δύο χώρες δεν είναι θέμα ταλέντου. Είναι θέμα σχεδιασμού.
Η Ελλάδα απέδειξε ότι μπορεί να μετατραπεί από χώρα που εισήγαγε ποδοσφαιριστές σε χώρα που εξάγει αστέρια. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι να διατηρήσει αυτή τη δυναμική και να συνεχίσει να παράγει ποδοσφαιριστές κάθε χρόνο.
Και η Κύπρος;
Έχει μπροστά της δύο επιλογές. Να συνεχίσει να παρακολουθεί την επιτυχία των άλλων ή να χτίσει το δικό της μέλλον. Το παράδειγμα της Ελλάδας βρίσκεται δίπλα της. Το παράδειγμα της Ισλανδίας αποδεικνύει ότι το μέγεθος μιας χώρας δεν αποτελεί δικαιολογία.
Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, δεν κερδίζει πάντα ο μεγαλύτερος. Κερδίζει εκείνος που σχεδιάζει καλύτερα. Και αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα που προσφέρει σήμερα η εντυπωσιακή άνοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου.