Πως το ποδόσφαιρο, μετατρέπεται από χαρά των παιδιών σε εκτόνωση των ενηλίκων
Με αφορμή το πρόσφατο και ιδιαίτερα λυπηρό περιστατικό στον αγώνα Κ-12 Άρης–Απόλλων, όπου ένας πατέρας επιτέθηκε και τραυμάτισε προπονητή, οδηγούμενος τελικά στην κράτηση σε αστυνομικό τμήμα , ανοίγει ξανά μια δύσκολη αλλά αναγκαία συζήτηση: τον ρόλο των γονιών στον αθλητισμό των παιδιών τους και τα σοβαρά λάθη που συχνά διαπράττονται, με θύματα τα ίδια τα παιδιά.
Ο αθλητισμός των παιδιών δεν είναι πρωτάθλημα ζωής και θανάτου. Δεν είναι χώρος εκτόνωσης των απωθημένων των ενηλίκων ούτε πεδίο επιβεβαίωσης εγωισμών. Κι όμως, όλο και συχνότερα βλέπουμε γονείς να συμπεριφέρονται σαν προπονητές, διαιτητές ή μάνατζερ, ασκώντας αφόρητη πίεση στα παιδιά τους. Φωνές από την εξέδρα, υποδείξεις, ειρωνείες, κατηγορίες προς προπονητές και αντιπάλους δημιουργούν ένα τοξικό περιβάλλον που αλλοιώνει πλήρως το νόημα της άθλησης.
Ένα από τα μεγαλύτερα λάθη των γονιών είναι η υπερβολική προσδοκία. Πολλοί βλέπουν στο παιδί τους τον επόμενο Μέσι ή Ρονάλντο. Ξεχνούν –ή αρνούνται να αποδεχτούν– ότι η συντριπτική πλειονότητα των παιδιών δεν θα γίνουν επαγγελματίες αθλητές. Και αυτό δεν είναι αποτυχία. Είναι η φυσιολογική πορεία των πραγμάτων. Όταν όμως ένα παιδί μεγαλώνει με την αίσθηση ότι «πρέπει» να πετύχει, ότι η αξία του μετριέται σε γκολ, νίκες ή μετάλλια, τότε το άγχος αντικαθιστά τη χαρά και ο φόβος της αποτυχίας γίνεται μόνιμος σύντροφος.
Η αρνητική αυτή πίεση επηρεάζει βαθιά την ψυχολογία του παιδιού σε όλους τους τομείς της ζωής του. Πολλά παιδιά χάνουν την αυτοπεποίθησή τους, φοβούνται να δοκιμάσουν, να κάνουν λάθη, να εκτεθούν. Άλλα εγκαταλείπουν εντελώς τον αθλητισμό, παρότι τον αγαπούσαν, απλώς και μόνο για να ξεφύγουν από τις προσδοκίες των γονιών τους. Το αποτέλεσμα είναι διπλά οδυνηρό: χάνεται και το άθλημα ως τεράστιο όφελος για την υγεία ενός ανθρώπου και η σχέση γονέα-παιδιού τραυματίζεται.
Ένα ακόμη σοβαρό λάθος είναι η υποτίμηση του ρόλου του προπονητή. Ο προπονητής στις μικρές ηλικίες δεν είναι απλώς κάποιος που μαθαίνει τεχνικές. Είναι παιδαγωγός, πρότυπο συμπεριφοράς, συχνά δεύτερος δάσκαλος. Όταν οι γονείς τον αμφισβητούν δημόσια ή τον αντιμετωπίζουν εχθρικά, στέλνουν στο παιδί το μήνυμα ότι η έλλειψη σεβασμού είναι αποδεκτή, με όλέθρια κοινωνικά αποτελέσματα στην πορεία της ζωής του. Το περιστατικό βίας που ζήσαμε είναι η ακραία –αλλά όχι τυχαία– κατάληξη αυτής της νοοτροπίας.
Το πιο τραγικό, όμως, είναι ότι μέσα σε όλη αυτή την ένταση χάνεται το πραγματικό νόημα του αθλητισμού. Ο αθλητισμός είναι πρώτα απ’ όλα υγεία: σωματική και ψυχική. Μαθαίνει στα παιδιά την πειθαρχία, τη συνεργασία, τη διαχείριση της νίκης και της ήττας. Προσφέρει δομή, στόχους και αίσθηση του «ανήκειν». Και, κάτι εξίσου σημαντικό, λειτουργεί προστατευτικά απέναντι σε άλλους κινδύνους της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά. Ένα παιδί που περνά τον χρόνο του σε ένα γήπεδο, σε μια ομάδα, με αξίες και κανόνες, έχει λιγότερες πιθανότητες να αναζητήσει διεξόδους σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Οι γονείς οφείλουν να αναρωτηθούν: τι θέλουμε πραγματικά για τα παιδιά μας; Να γίνουν πρωταθλητές με κάθε κόστος ή ισορροπημένοι, υγιείς και ευτυχισμένοι άνθρωποι; Ο ρόλος του γονιού στον παιδικό αθλητισμό είναι απλός αλλά κρίσιμος: στήριξη χωρίς πίεση, ενθάρρυνση χωρίς φανατισμό και σεβασμός προς όλους.
Αν δεν επαναπροσδιορίσουμε αυτή τη στάση, τα γήπεδα θα πάψουν να είναι χώροι χαράς και εξέλιξης και θα μετατραπούν σε αρένες σύγκρουσης ενηλίκων, με μεγάλους χαμένους τα παιδιά. Και τότε, το πραγματικό παιχνίδι θα έχει ήδη χαθεί — εις βάρος των παιδιών μας και της κοινωνίας, μιας και ο αθλητισμός είναι μια μικρογραφία της κοινωνικής μας υπόστασης.
Επιτέλους, αφήστε τα παιδιά να παίξουν και να το ευχαριστηθούν !