Τα προβλήματα που «ξεφυτρώνουν» από τη γραμμή αντιπαράταξης ωσάν τα κεφάλια της λερναίας ύδρας που -πρέπει να- υπενθυμίζουν τη δαμόκλειο σπάθη του στάτους κβο και οι ασήκωτες πολιτικές ευθύνες
Το ξέσπασμα της κρίσης του αφθώδους πυρετού αποτελεί αναμφίβολα ακόμα ένα παράγωγο του στάτους κβο καθώς όπως όλα δείχνουν, η επιμόλυνση των κτηνοτροφικών μονάδων στην επαρχία Λάρνακας προκλήθηκε λόγω της μεταφοράς ζωοτροφής από τα κατεχόμενα όπου η νόσος είχε προσβάλει ζώα από το Δεκέμβριο. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσο η κρίση στις ελεύθερες περιοχές ξέσπασε λόγω της ολιγωρίας των αρμοδίων εγείροντας έτσι ζήτημα πολιτικών ευθυνών, αν πρόκειται για προδιαγραφόμενη εξέλιξη λόγω των αξεπέραστων δυσκολιών που επιβάλλει το στάτους κβο ή συνδυασμός των δύο.
Η βεβαιότητα
Η συχνότητα με την οποία η κυβέρνηση βρίσκεται στη δίνη κρίσεων που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη είναι τουλάχιστον προβληματική από μόνη της. Τίθενται ζητήματα για τους λόγους της συχνότητάς τους, τους λόγους για τους οποίους προκύπτουν συνολικά αλλά και η κάθε μία ξεχωριστά, για τη διαχείρισή τους και τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν για την ποιότητα της διακυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη. Μετά τη φονική πυρκαγιά της επαρχίας Λεμεσού και το περιβόητο videogate, το ξέσπασμα του αφθώδους πυρετού αποτελεί την τρίτη κατά σειρά σοβαρή κρίση που καλείται να διαχειριστεί η παρούσα διακυβέρνηση μέσα σε μόλις επτά μήνες. Στις δύο από αυτές, αρνητικός πρωταγωνιστής λόγω του χαρτοφυλακίου της, η υπουργός Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Μαρία Παναγιώτου. Στην οποία χρεώνεται και η πολιτική ευθύνη διαχείρισης του υδατικού, το οποίο επίσης ταλανίζει την Κύπρο.
Η στάση της υπουργού, για άλλη μια φορά μετά τις πυρκαγιές στην ορεινή Λεμεσό, αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα του πόσο απέχει η δημοκρατία στην Κύπρο από τα δυτικά πρότυπα από τα οποία -θα έπρεπε να- φιλοδοξεί να παραδειγματιστεί. Η έλλειψη διάθεσης της Μαρίας Παναγιώτου να αναλάβει έστω σε ηθικό επίπεδο, την ευθύνη της αποτυχίας να αποτραπεί η μετάδοση της νόσου στις ελεύθερες περιοχές φανερώνει και την απουσία της όποιας ευαισθησίας μπροστά στη διαφαινόμενη καταστροφή σημαντικού μέρους ενός παραγωγικού τομέα της οικονομίας. Η ελάχιστη ανάληψη ευθύνης, και ας μην είναι πολιτικής, αλλά τουλάχιστον ανθρώπινης, προϋποθέτει τη στοιχειώδη ευαισθησία απέναντι στους επηρεαζόμενους, προσφέροντας τους έστω μία απολογία για την αποτυχία του κρατικού μηχανισμού.
Πόσο δε μάλλον η ανάληψη πολιτικής ευθύνης, η οποία προϋποθέτει βεβαίως την παραίτηση ενός εκάστου από το αξίωμά του. Είναι πολλά τα παραδείγματα παραιτήσεων υπουργών σε δυτικές δημοκρατίες όταν ξεσπούν κρίσεις που αφορούν το χαρτοφυλάκιό τους. Υπάρχουν και παραδείγματα παραιτήσεων για πταίσματα που δεν αφορούν καν τα χαρτοφυλάκια πολιτικών προϊσταμένων, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα παράδειγμα προς μίμηση.
Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι η Μαρία Παναγιώτου. Είναι το γεγονός ότι είναι η πολλοστή φορά που οι πολίτες γίνονται μάρτυρες της αδυναμίας του πολιτικού προσωπικού της χώρας να αντιληφθεί ότι τα αξιώματα δεν είναι προσωπικό ζήτημα, αλλά θεσμοί που υπηρετούν τους πολίτες. Είναι άλλο ένα παράδειγμα της έλλειψης αντίληψης του καθήκοντος που αναλαμβάνει κανείς όταν βρίσκεται σε ένα αξίωμα. Αυτό που επίσης φαίνεται να μην είναι αντιληπτό, είναι ότι η ανάληψη ευθυνών, δεν σημαίνει ταυτόχρονα και παραδοχή κακής διαχείρισης σε προσωπικό επίπεδο από τον πολιτικό προϊστάμενο. Ακριβώς γιατί το ζήτημα δεν είναι ποτέ προσωπικό αλλά θεσμικό. Είναι η ένδειξη αντίληψης του βάρους της συγκυρίας και η ανάγκη οι πολίτες να αντιμετωπίζονται με ειλικρίνεια για την ποιότητα του κράτους τους, ώστε να αποφευχθούν στο μέλλον παρόμοια φαινόμενα.
Ολιγωρία ή νομοτέλεια;
Η παρούσα κρίση φέρνει ξανά στο προσκήνιο ως υπενθύμιση, την ανοικτή πληγή της Κύπρου και τη χαρακιά μήκους 180 χιλιομέτρων στο κορμί της. Πρωτίστως, μας υπενθυμίζει εκ νέου ότι η Κύπρος είναι ενιαία. Ότι όσο και να την έχει μοιράσει η κατοχή στα δύο, ο χώρος και το νησί είναι το ίδιο και το αυτό. Η φύση της νόσου του αφθώδους πυρετού, με την ευκολία με την οποία μεταδίδεται, είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη για τα πιο πάνω. Είναι πολύ πιθανό η μετάδοσή της από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές να ήταν νομοτέλεια, και τα όποια μέτρα από τις αρμόδιες υπηρεσίες απλώς να καθυστερούσαν την έλευσή της ή να την καθυστέρησαν όσο ήταν ανθρωπίνως δυνατό.
Η έλευσή της εντέλει, υπενθυμίζει επίσης την ανυπέρβλητη δυσκολία να επιτηρείς μονίμως 180 χιλιόμετρα νεκρής ζώνης. Γιατί, είναι ηλίου φαεινότερο, ότι τα κοντραμπάντα κατά μήκος της γραμμής, κυρίως σε «τυφλά» σημεία και σε περιοχές όπου κοινότητες γειτνιάζουν, είναι λίγο πολύ γνωστά, τόσο στους περίοικους, όσο και στις αρχές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι από το Δεκέμβριο είχε ανακοινωθεί η συμβολή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, των Βρετανικών Βάσεων και της Εθνικής Φρουράς για αυστηρότερη επιτήρηση της πράσινης γραμμής, ακριβώς για να εντοπιστούν παράνομες μεταφορές ζωοτροφών από τα κατεχόμενα στις ελεύθερες περιοχές.
Αυτό που προκαλεί ακόμη περισσότερη εντύπωση, είναι οι δηλώσεις του Διευθυντή των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, στις 14 Φεβρουαρίου, πέντε μόλις μέρες πριν τον εντοπισμό της πρώτης κτηνοτροφικής μονάδας που επιμολύνθηκε με αφθώδη πυρετό. Τη συγκεκριμένη ημέρα, οι αρχές της Δημοκρατίας ανακοίνωναν με στόμφο ότι αφού έγιναν οι διευθετήσεις σε πολιτικό επίπεδο, παραδόθηκαν στα κατεχόμενα 500,000 εμβόλια κατά της νόσου. «Παραμένει, όμως, γρίφος το πώς προέκυψε το περιστατικό σε μόνο 3 μονάδες εκτροφής βοοειδών στη Λάπαθο» δήλωνε εκείνη την ημέρα ο Χριστόδουλος Πίπης. Δήλωση, στην οποία δε δόθηκε η απαραίτητη σημασία. Πρόκειται για δήλωση η οποία έγινε δύο μήνες μετά την έλευση του ιού στα κατεχόμενα, η οποία αποτέλεσε την απαρχή της κρίσης στο νησί. Περιττό να σημειωθεί ότι πέρασαν δύο εβδομάδες από αυτή τη δήλωση και την παράδοση των εμβολίων, και ήδη πολλά από αυτά επιστράφηκαν στη Δημοκρατία για τις δικές της ανάγκες.
Ακτινογραφώντας τη συγκεκριμένη δήλωση, αποτυπώνεται η έλλειψη ενημέρωσης για το τι τεκταίνεται στα κατεχόμενα, ενώ έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο. Οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, που εκ των πραγμάτων οφείλουν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει στις κατεχόμενες περιοχές της χώρας, είτε παρέλειψαν, είτε απέτυχαν να έχουν την απαραίτητη γνώση του πως βαίνει η κατάσταση στην προκειμένη συγκυρία. Είτε πρόκειται περί απραξίας, είτε πρόκειται περί αποτυχίας του κρατικού μηχανισμού, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο. Τίθεται αβίαστα το ερώτημα, πώς γίνεται να αναλήφθηκε πολιτική πρωτοβουλία από τις αρχές τις Δημοκρατίας για την παράδοση εμβολίων στα κατεχόμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να γνωρίζουν τι συμβαίνει στην άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος. Τίθεται παράλληλα ζήτημα για το γεγονός ότι λίγες μόλις μέρες πριν ξεσπάσει η εξάπλωση της νόσου και στις ελεύθερες περιοχές, οι αρμόδιοι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν ούτε που βρίσκεται η κατάσταση λίγα μόλις μέτρα από τις κτιριακές εγκαταστάσεις όπου στεγάζονται, αλλά ούτε καν πως ξέσπασε. Και όλα αυτά, ενώ -υποτίθεται- ότι υπάρχουν οι μηχανισμοί, μέσω των δικοινοτικών τεχνικών επιτροπών, να γίνονται επαφές, ανταλλαγές και ενημερώσεις σε θεσμικό πλαίσιο, χωρίς να εγείρεται ζήτημα αναγνώρισης των κατοχικών αρχών.
Σε τελική ανάλυση, το ενδεχόμενο ολιγωρίας ή αποτυχίας των αρχών ή και συνδυασμός των δύο, και οι πολιτικές ευθύνες που προκύπτουν από αυτό, είναι ένα ζήτημα από μόνο του. Το μείζον όμως ζήτημα είναι η μη βιωσιμότητα του στάτους κβο και η ύπαρξη της πράσινης γραμμής από την οποία ξεφυτρώνουν συνεχώς ζητήματα που υποθηκεύουν το μέλλον του τόπου. Σήμερα είναι η κρίση του αφθώδους πυρετού που ακρωτηριάζει μέρος ενός από τους λίγους παραγωγικούς τομείς της οικονομίας, «χθες», ήταν οι μεταναστευτικές ροές, αύριο θα είναι κάτι άλλο, και σε καθημερινή βάση είναι σωρεία άλλων ζητημάτων.
Η νεκρή ζώνη έχει καταστεί μία ατέλειωτη γέφυρα διέλευσης υπαρξιακών ζητημάτων για το σύνολο του νησιού και του λαού του ένθεν κι ένθεν αυτής. Όσο υφίσταται η διαίρεση, το νησί ως μικρό και ως ένας ενιαίος γεωγραφικός χώρος που είναι, θα συνεχίσει να υποφέρει από προβλήματά υπαρξιακής υφής. Αυτό το γνωρίζουν ακόμη και οι Αυστραλοί, που έσπευσαν να μπλοκάρουν συνολικά τις εισαγωγές χαλουμιού, μόλις ξέσπασαν τα πρώτα κρούσματα στα κατεχόμενα. Το ζήτημα είναι να το εμπεδώσουν οι ίδιοι οι Κύπριοι.