weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
27.09.2026 7:43
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΑΠΟ  ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

ΑΠΟ ΝΙΚΟΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Η φωνή των μεγάλων του αθλητισμού έχει δύναμη και ευθύνη

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τον αθλητισμό.Και υπάρχουν άνθρωποι που, κάποια στιγμή, γίνονται μεγαλύτεροι από τον αθλητισμό.Ο Γιούργκεν Κλοπ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.Δε χρειάζεται άλλο ένα πρωτάθλημα, άλλο ένα Champions League ή άλλο ένα τρόπαιο για να αποδείξει το μέγεθός του. Η διαδρομή του τον έχει ήδη καταστήσει μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.Γι’ αυτό και όταν μιλάει, ακούγεται.

Και αυτή τη φορά ο Κλοπ δε μίλησε για pressing, μεταγραφές ή τακτική. Μίλησε για την πατρίδα του, για τη σημασία της σημαίας, για την εθνική υπερηφάνεια και για την ανάγκη να μην αφεθεί «στα λάθος χέρια». Μίλησε για έναν «θετικό πατριωτισμό», για μια Γερμανία που μπορεί κάποιος να αγαπά και ταυτόχρονα να παραμένει ανοιχτή, διαφορετική, ευγενική και φιλόξενη.Μίλησε για να αναχαιτίσει την ακροδεξιά λαίλαπα, που φουντώνει στην Ευρώπη και έρχεται καταπάνω μας για να μας κάψει.

Κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.Πρέπει οι άνθρωποι του αθλητισμού να μιλούν για όσα συμβαίνουν γύρω τους;Η πρώτη απάντηση: Δεν μπορεί να είναι όλοι  υποχρεωμένοι να γίνουν ακτιβιστές. Ο αθλητής δεν είναι πολιτικός. Δεν εξελέγη. Δεν έχει θεσμική υποχρέωση να παίρνει θέση για κάθε κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα.Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Όταν ένας άνθρωπος έχει εκατομμύρια ανθρώπους να τον ακολουθούν, όταν ένα παιδί φοράει τη φανέλα του, αντιγράφει τον πανηγυρισμό του, περιμένει να ακούσει τη συνέντευξή του και τον αντιμετωπίζει ως πρότυπο, τότε η φωνή του αποκτά μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη από εκείνη ενός απλού πολίτη.Και αυτή η δύναμη δεν είναι υποχρεωτικό να χρησιμοποιείται μόνο για το ποδόσφαιρο.Ίσως, μάλιστα, ακριβώς εκεί να βρίσκεται ένα μέρος της ευθύνης που συνοδεύει τη μεγάλη αναγνωρισιμότητα.

Δεν είναι υποχρεωμένοι να μιλήσουν.Όταν όμως αποφασίζουν να μιλήσουν, δεν είναι δίκαιο να τους ζητάμε να σωπάσουν επειδή είναι αθλητές.Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση γύρω από τον αθλητισμό.Θέλουμε τον κορυφαίο αθλητή να είναι πρότυπο όταν μιλά στα παιδιά για την προσπάθεια. Θέλουμε να είναι πρότυπο όταν σηκώνει το τρόπαιο. Θέλουμε να είναι πρότυπο όταν μας εμπνέει να μην εγκαταλείπουμε τα όνειρά μας. Θέλουμε τη φανέλα του, το πρόσωπό του, την υπογραφή του, τη διαφήμισή του.Όταν όμως ο ίδιος άνθρωπος χρησιμοποιεί το μικρόφωνο για να μιλήσει για ρατσισμό, δημοκρατία, κοινωνική αδικία, αποκλεισμό ή την άνοδο του εξτρεμισμού-φασισμού, ξαφνικά ακούμε ότι «ο αθλητισμός δεν πρέπει να μπλέκεται με την πολιτική».

Γιατί; Ο αθλητής δε ζει έξω από την κοινωνία. Το γήπεδο δε βρίσκεται σε άλλον πλανήτη. Ο αθλητισμός είναι κομμάτι της κοινωνίας και ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της. Μέσα σε μια ομάδα συνυπάρχουν άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής, διαφορετικού χρώματος, διαφορετικής κουλτούρας και θρησκείας και διαφορετικών αντιλήψεων. Και όμως, φορούν την ίδια φανέλα. Πανηγυρίζουν μαζί. Χάνουν μαζί. Κερδίζουν μαζί.

Αυτή από μόνη της είναι μια απάντηση σε κάθε λογική που θέλει να χωρίζει τους ανθρώπους σε «δικούς μας» και «ξένους». Και ίσως γι’ αυτό ο αθλητισμός έχει μια ιδιαίτερη δύναμη απέναντι στον φασισμό και στον ναζισμό. Όχι επειδή κάθε αθλητής πρέπει να γίνει πολιτικός ακτιβιστής. Αλλά επειδή η ίδια η ουσία του αθλητισμού βρίσκεται απέναντι στη λογική της φυλετικής ή κοινωνικής ανωτερότητας: ο άνθρωπος κρίνεται από αυτό που κάνει, όχι από το από πού προέρχεται. Το να φοράς την ίδια φανέλα με έναν άνθρωπο που έχει διαφορετικό χρώμα, διαφορετική καταγωγή ή διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα και να αγωνίζεσαι μαζί του δεν είναι πολιτικό μανιφέστο.

Είναι όμως μια πολύ δυνατή εικόνα του κόσμου που θα μπορούσε να υπάρξει. Και ο Κλοπ, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν έκανε κομματική παρέμβαση. Δεν είπε στους Γερμανούς τι να ψηφίσουν. Δε μίλησε ως πολιτικός. Μίλησε ως ένας άνθρωπος που έχει πλέον αναλάβει την εθνική ομάδα της Γερμανίας και αισθάνεται ότι η έννοια της εθνικής υπερηφάνειας δεν πρέπει να αφεθεί να ταυτιστεί με τον αποκλεισμό. Αυτό είναι και το ενδιαφέρον της παρέμβασής του.Δεν είπε να αγαπάμε λιγότερο την πατρίδα μας. Είπε ότι μπορούμε να την αγαπάμε χωρίς να φοβόμαστε τον διαφορετικό. Και αυτή είναι μια συζήτηση που υπερβαίνει κατά πολύ το ποδόσφαιρο. Ειδικά σε μια εποχή που η πολιτική αντιπαράθεση γίνεται ολοένα πιο σκληρή και η δημόσια συζήτηση γεμίζει από φόβο, ταυτότητες, διαχωριστικές γραμμές και προσπάθειες να μετατραπεί η εθνική υπερηφάνεια σε αποκλειστική ιδιοκτησία κάποιων.

Ο αθλητισμός έχει την ευκαιρία να πει κάτι διαφορετικό. Όχι να υποδείξει στους ανθρώπους τι θα ψηφίσουν. Αλλά να υπενθυμίσει ότι πριν από την πολιτική ταυτότητα υπάρχει ο άνθρωπος. Πριν από τη σημαία υπάρχει ο άνθρωπος που την κρατά. Πριν από τη φανέλα υπάρχει ο άνθρωπος που τη φορά. Και πριν από κάθε διαχωρισμό υπάρχει κάτι πολύ απλό: η αξιοπρέπεια του άλλου. Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πραγματικό μεγαλείο μιας μεγάλης αθλητικής προσωπικότητας. Όχι μόνο να ξέρει πότε πρέπει να μιλήσει στους παίκτες του. Αλλά να ξέρει πότε αξίζει να μιλήσει στην κοινωνία. Ο Κλοπ το έκανε.

Και μπορεί κάποιος να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τον τρόπο, με τις λέξεις ή ακόμη και με την πολιτική ανάγνωση της παρέμβασής του. Αυτό είναι μέρος της δημοκρατικής συζήτησης. Αλλά δεν μπορεί να αμφισβητήσει κάτι: χρησιμοποίησε τη φωνή που απέκτησε μέσα από το ποδόσφαιρο για να μιλήσει για κάτι που θεωρεί μεγαλύτερο από το ποδόσφαιρο. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική αξία των ανθρώπων που γίνονται είδωλα. Τα τρόπαια κάποτε σκονίζονται. Τα γκολ κάποτε ξεχνιούνται. Οι τελικοί κάποτε γίνονται αρχειακό υλικό. Οι λέξεις, όμως, με τις οποίες ένας άνθρωπος επιλέγει να σταθεί απέναντι στην εποχή του, μπορεί να μείνουν πολύ περισσότερο. Ο Κλοπ, αυτή τη φορά, δε μίλησε για ποδόσφαιρο. Μίλησε για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος και να παραμένεις άνθρωπος στους καιρούς των τεράτων που ζούμε.